Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

διάφορες ανακρίβειες που γράφονται σχετικώς με τον Τζίμη Πανούση…

>>Και αν δεν ξέρω εγώ, που τον παρακολουθώ σχεδόν 40 χρόνια, ποιος θα ήξερε;<<
>>Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και στην ανατολή της δεκαετίας του ’80 μία κασέτα βρισκόταν σχεδόν σε όλα τα καρότσια των πειρατών-εμπόρων που έβγαζαν μεροκάματο στα Πανεπιστήμια. ΣTH ΡΑΧΗ ΤΗΣ ΕΓΡΑΦΕ «ΜΟΥΣΙΚΕΣ ΤΑΞΙΑΡΧΙΕΣ» (…)<<
>>Όταν η ίδια κασέτα έγινε δίσκος ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’80, οι επίμαχες λέξεις καλύφθηκαν με ηχητικό τόνο. Αργότερα τα τραγούδια επανακυκλοφόρησαν χωρίς λογοκρισία<<

Είναι ορισμένοι, σαν τον Κώστα Γιαννακίδη στο protagon, που θέλουν να το παίξουν «πανουσικοί», αλλά δεν τους βγαίνει. Μπορεί εκθέσεις να έγραφε καλές ο Γιαννακίδης στο Γυμνάσιο, αλλά σαν πανουσο-γραφιάς δείχνει ότι είναι άσχετος και αρπακόλας, αφού νομίζει πως η κασέτα στη ράχη έγραφε «Μουσικές Ταξιαρχίες» ενώ έγραφε «DISCO TSOUTSOUNI» και πως η κασέτα έγινε δίσκος στα μέσα του ’80, ενώ έγινε CD το 1996 και βινύλιο το 2013. Μπερδεύει δε την κασέτα, που δεν ήταν λογοκριμένη φυσικά, με το άλμπουμ «Αν η Γιαγιά μου είχε Ρουλεμάν» (1984), που ήταν λογοκριμένο με «μπιπ» (σε επίμαχες λέξεις).
Και κάτι ακόμη για ’κείνη την λεγόμενη «παράνομη κασέτα» των Μουσικών Ταξιαρχιών, επειδή διαβάζω διάφορες μπαρούφες σχεδόν παντού (Ελεύθερος Τύπος, popaganda, Το Ποντίκι κ.λπ.).
Η κασέτα δεν κυκλοφόρησε το 1978-79, αλλά το 1980 προς ’81. Επίσης διαβάζουμε πως τα τραγούδια είναι ηχογραφημένα πριν το 1977(!) – κι αυτό λάθος είναι. Βλακείες είχε πει ο μακαρίτης και στο lifo.gr (στην Κατερίνα Ι. Ανέστη) πως… «Η πρώτη μου εμφάνιση στη δισκογραφία το 1978, με μια παράνομη κασέτα, έγινε με την επωνυμία “Ο Τζιμάκος και οι Μουσικές Ταξιαρχίες”».
Όπως έγραφε ο παλιός Μηλάτος στο Ποπ & Ροκ (#54, 8/1982):
«Στα τέλη του 1980, οι Μουσικές Ταξιαρχίες, εμφανίζονται στο μουσικό προσκήνιο, κατόπιν πρωτοβουλίας του Πανούση, που αποφάσισε με προσωπικά έξοδα να ηχογραφήσει τη δουλειά και να την κυκλοφορήσει σε κασέτα ανεξάρτητης παραγωγής, ενώ ο Βέκιος, ο Πάζιος και ο Φουρνιάδης, σταματούν τη συνεργασία τους με τους αδιεξοδικούς[sic] Bicycle του Θόδωρου Παπαντίνα. Με τη συμμετοχή του Βαγγέλη Σβάρνα (σαξόφωνο, δεύτερη κιθάρα) και του Άκη Δαούτη (μπάσσο), ηχογραφούν στο Mastersound και στις αρχές του 1981, κυκλοφορεί η κασέτα τους ‘Disco Tsoutsouni’ που από την πρώτη στιγμή δημιούργησε αίσθηση».
Αλλά και να μην έγραφε τα παραπάνω ο Μηλάτος είναι ολοφάνερο, λόγω ήχου, πως τέτοια τραγούδια δεν μπορεί να είχαν ηχογραφηθεί πριν το 1977. Κατ’ αρχάς, πριν το 1977, κανείς Έλληνας δεν θα υπέγραφε κασέτα, τραγούδι, ό,τι να ’ναι τέλος πάντων, με τη λέξη disco στον τίτλο. Αφήνω το γεγονός πως το «Αποκάλυψη Τώρα» (τραγούδι της κασέτας) προβλήθηκε σαν ταινία το 1979.
Και το εξής. Τι σημαίνει «παράνομη κασέτα»; Είχε κυνηγήσει κανείς, τότε, τον Πανούση επειδή έβγαλε κασέτα; Μαζέψανε την κασέτα του από τους πάγκους; Τον πιάσανε γι’ αυτό το λόγο; Όχι βέβαια. Με κανένα τρόπο δεν ήταν «παράνομη» η κασέτα, ούτε φυσικά λογοκριμένη (αφού την έβγαλε μόνος του), εκτός κι αν εννοούν ορισμένοι πως ο Πανούσης δεν είχε… παραστατικά. Άμα είναι έτσι, ok. (Υπενθυμίζω πως οι περιπέτειες του Πανούση με τη δικαιοσύνη άρχισαν μετά τον Απρίλη του ’81 και τη συναυλία της Καρδίτσας και πως δεν είχαν καμία σχέση με την κασέτα).

η ΜΠΕΤΤΥ ΧΑΡΛΑΥΤΗ στον κόσμο του Μίκη Θεοδωράκη

Η δισκογραφία με έργα, συνθέσεις, τραγούδια τού Μίκη Θεοδωράκη είναι, όπως όλοι μας γνωρίζουμε, τεράστια… και κάθε φορά δεν γίνεται παρά να αναρωτιέσαι αν έχει νόημα μία ακόμη δισκογράφηση γνωστών ή και λιγότερο γνωστόν, ίσως, τραγουδιών του από νεότερους ερμηνευτές, εκτελεστές κ.λπ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση φαίνεται πως έχει νόημα πάντως, καθότι το άλμπουμ «Η Μπέττυ Χαρλαύτη στον Κόσμο του Μίκη Θεοδωράκη» [ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ήχων αληθινών, 2017], όπως διαβάζω και στο σχετικό δελτίο Τύπου, «είναι ο πρώτος ολοκληρωμένος δίσκος τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη με συμφωνικό ήχο». Αν είναι όντως έτσι, που πιθανόν να είναι (προσωπικώς, δεν μπορεί να είμαι βέβαιος για τίποτα, αν μιλάμε για την απέραντη συγκεκριμένη δισκογραφία), τότε το εν λόγω CD έχει, από τη σύλληψή του ήδη, μια κάποια ξεχωριστή αξία – πόσω μάλλον, όταν, εδώ, έχουμε να κάνουμε με μιαν αναγνωρισμένη mezzo, και ακόμη με την πολυμελή Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ να συνοδεύει (υπό τη διεύθυνση του Στάθη Σούλη). Στα ατού τού CD, προσέτι, οι guests Zülfü Livaneli, Μαρία Φαραντούρη, Γιώργος Περρής, τα δύο ανέκδοτα τραγούδια του Θεοδωράκη (που αποκτούν θέση ισάξια ανάμεσα στα υπόλοιπα γνωστά), βεβαίως το ρεπερτόριο αυτό καθ’ αυτό, με την πλούσια ενορχήστρωση του Γιάννη Μπελώνη, και τέλος η ωραία εγγραφή στο στούντιο της Ελληνικής Ραδιοφωνίας Τηλεόρασης.
Γενικώς λοιπόν θα πω πως το άλμπουμ στέκεται «μια χαρά» και παρά το γεγονός πως πολλά από τα τραγούδια που ακούγονται εδώ είναι πασίγνωστα («Μαγιοπούλα», «Το γελαστό παιδί», «Άσμα ασμάτων», «Όμορφη πόλη»…), εντούτοις δεν χάνουν ούτε όσον αφορά στον απαιτούμενο λυρισμό τους (τα λυρικά), ούτε όσον αφορά στη δυναμική τους (τα επικά). Έχουμε δηλαδή ένα ισορροπημένο σύνολο, το οποίον ευθυγραμμίζεται από τη φωνή κατ’ αρχάς της Χαρλαύτη, που ενώνει με συνετή εκφραστικότητα, διαφορετικά ή και εντελώς διαφορετικά τραγούδια (φορτίσεων, εποχών κ.λπ.) και εν συνεχεία από την ενορχήστρωση/ διεύθυνση/ απόδοση, άπασες συνετές (και αυτές) χωρίς υπερβολές και επιδείξεις.
Ωραία, τέλος, τα δύο ανέκδοτα tracks, το «Θέλω να τραγουδήσω (Με το αίμα)» (στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος) και το «Θάλασσα πλατειά» (στίχοι: Μίκης Θεοδωράκης), καθώς δεν ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα κομμάτια του CD και ακούγονται σαν να είναι γνωστά από χρόνια.
Επαφή: www.musicmirror.gr

Κυριακή, 14 Ιανουαρίου 2018

BLUES REVIVAL 33: MISSISSIPPI FRED McDOWELL (1906-1972)

Ο Mississippi Fred McDowell αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις του blues revival. Τρεις είναι οι λόγοι, που επιτρέπουν να το πούμε. Πρώτον, ο McDowell δεν ηχογράφησε στα νιάτα του, πράγμα που σημαίνει πως στα χρόνια τού ’60 αντιμετωπίστηκε σαν «έκπληξη». Δεύτερον, ήταν έξοχος slide κιθαρίστας, με χαρακτηριστικό παίξιμο. Τρίτον, είχε μια φυσική ικανότητα να αυτοσχεδιάζει, να πλάθει, δηλαδή, επί τόπου ολοκληρωμένα τραγούδια. Πέραν τούτων, ο Fred McDowell έζησε, από τότε που βγήκε στο φως, μιαν ήσυχη ζωή, αποκτώντας ευρεία φήμη κυρίως ανάμεσα στους λευκούς εταιρειάρχες και εκδότες – οι οποίοι τον βοήθησαν να δημιουργήσει ένα status, που εν πάση περιπτώσει το δικαιούταν και το άξιζε.
Ο Mississippi Fred McDowell μπορεί να βγήκε από την αφάνεια, όταν τον ανακάλυψε το 1959 ο Alan Lomax, σ’ ένα από τα ταξίδια του στο Νότο, δεν έπαψε όμως ποτέ να είναι ένας εν ενεργεία bluesman. Μέσα σε όλα δηλαδή, πλην των ηχογραφήσεων. Διδάχθηκε ακούγοντας τον Blind Lemon Jefferson και τον Charley Patton, ασκήθηκε στη δύσκολη αγροτική ζωή, έπαιξε και τραγούδησε δημοσίως, χρόνια πριν μπει στο στούντιο. Υπήρξε, εν ολίγοις, την εποχή που εντοπίστηκε ένας ολοκληρωμένος bluesman.
Οι πρώτες εγγραφές τού Fred McDowell θα γίνουν φυσικά για τον Alan Lomax, το 1959 και κάποιες απ’ αυτές θα κυκλοφορήσουν σ’ ένα ιστορικό πλέον LP της Atlantic, το “The Blues Roll On”, το 1960 (στο ίδιο άλμπουμ ακούγονταν, επίσης, εγγραφές των Forest City Joe, John Dudley κ.ά.). Η καμπή, όμως, στη δισκογραφική πια καριέρα τού McDowell θα έρθει με τις ηχογραφήσεις του στην Arhoolie, περί τα μέσα της δεκαετίας του ’60, ηχογραφήσεις που θα τον αναδείκνυαν πάραυτα σε τρανή μορφή του blues revival.
Φερ’ ειπείν το πρώτο απ’ αυτά τα LP που έκανε για την Arhoolie, το “Delta Blues”, αποτελεί μιαν έξοχη καταγραφή ενός blues feeling, που γινόταν πλέον όλο και πιο σπάνιο στα sixties. Ηχογράφηση από την πόλη Como του Mississippi, την 13η Φεβρουαρίου 1964 από τον ίδιο τον Chris Strachwitz, τον ιδιοκτήτη της εταιρείας. Ανάμεσα στα θέματα και οι έξοχες εκτελέσεις των “Louise”, “61 highway”, “Kokomo blues”, “Shake ’em on down”, “That’s alright” και “When I lay my burden down”. Μεγάλη περίπτωση, επίσης, το “Amazing Grace” στην εταιρεία Testament το 1969, η συνεργασία του δηλαδή με τους Hunters Chapel Singers of Como, στο οποίο ακούγεται και το κλασικό “You got to move” – ένα τραγούδι που τίμησαν διάφοροι και ανάμεσά τους οι Rolling Stones στο “Sticky Fingers”.
Φυσικά, το πέρασμα του Mississippi Fred McDowell στα λευκά ακροατήρια υπήρξε ακαριαίο. Μέλος του American Folk & Blues Festival του 1965, μαζί με τους J.B Lenoir, Buddy Guy και Dr. Ross, θα δώσει παραστάσεις στο Λονδίνο, εκεί όπου θα ηχογραφήσει κιόλας, έχοντας στο πλευρό του, λίγο αργότερα, και την Jo Ann Kelly.
Πολλά από τα τραγούδια τού McDowell, όπως το “You got to move” που προαναφέραμε, αποτελούν από τα sixties και μετά blues στάνταρντ –έτσι προχείρως μπορούμε να θυμηθούμε covers από Cassandra Wilson, Corey Harris, Townes Van Zandt, R.L. Burnside, Mick Taylor, Bonnie Raitt, Jo Ann Kelly–, ενώ οι δίσκοι του, όπως και τα tributes (π.χ. εκείνο στην Telarc από το 2002 με τις συμμετοχές των Paul Geremia, Charlie Musselwhite, Sue Foley, Kenny Neal κ.ά.) βρίσκονται πάντοτε μεταξύ των πιο εμπορικών του χώρου.
Ο Fred McDowell, που θα κάνει κι αυτός ένα ηλεκτρικό άλμπουμ, το “I Do not Play no Rock nRoll” [Capitol], θα πεθάνει μάλλον ξαφνικά στο Memphis το καλοκαίρι του 1972.
Δισκογραφία (επιλογή) 
1. Various – The Blues Roll On – Atlantic SD 1352 – 1960
2. Delta Blues – Arhoolie F 1021 – 1964 
3. My Home is in the Delta – Testament T-2208 – 1965 (με Annie Mae McDowell) 
4. Vol. 2 – Arhoolie F-1027 – 1966 
5. Long Way from Home – Milestone MSP 93003 – 1966
6. Amazing Grace – Testament T-2219 – 1969 
7. In London Volume One – UK. Transatlantic TRA 194 – 1969
8. In London Volume Two – UK. Transatlantic TRA 203 – 1969 
9. I Do not Play no Rock n’ Roll – Capitol ST-409 – 1969
10. And His Blues Boys – Arhoolie 1046 – 1969 
11. When I Lay my Burden Down – Biograph BLP-12017 – 1970 (με Furry Lewis) 
12. Eight Years Ramblin’… – UK. Revival R.V.S. 1001 – 1971 (με Johnny Woods) 
13. 1904-1972 – Just Sunshine Records JSS-4 – 1973
14. Live in New York – Oblivion OD-1 – 1973 
15. Keep your Lamp Trimmed and Burning – Arhoolie 1068 – 1973
16. Levee Camp Blues – The Origin Jazz Library OJL-8051 – 1980 
17. His First Recordings Following Discovery – UK. Heritage HT 302 – 1982 (rec. 4/1962)
18. Standing at The Burying Ground – UK. Red Lightnin’ RL 0053 – 1984 (με Jo Ann Kelly) 
19. Come and Found You Gone / The Bill Ferris Recordings – Devil Down Records CD001 – 2010 (rec. 8/1967)
20. The Alan Lomax Recordings – Mississippi Records MR-074 – 2011 (rec. 9/1959) 
21. Live 1971 – RockBeat Records ROC-3296 – 2014

Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018

ΤΖΙΜΗΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ (1954-2018)

Ο καθένας κρατάει ό,τι γουστάρει από τον Τζίμη Πανούση. Πολλά… λίγα… δεν έχει σημασία. Σαν ένας πανέξυπνος και με πλούσιο έργο λαϊκός δημιουργός, όπως ήταν, είχε κάτι για όλους. Εγώ θα τον θυμάμαι για πολλά, ήδη από τις αρχές του ’80, κι από τα πιο πρόσφατα χρόνια για κάποιες ακόμη ευχές του…
«Πέφτει το κόκκινο αστέρι / κάνω ευχή για να μου φέρει / γροθιά του ’60 στο ’να χέρι / και στ’ άλλο δίκοπο μαχαίρι (…)». RIP.
Παρατηρείται, τώρα, το γελοίο φαινόμενο Τζήμεροι και Μπογδάνοι να χύνουν δάκρυα για τον Πανούση, επειδή ο Τζιμάκος τα έχωνε και στην αριστερά!
Ο Πανούσης –φαίνεται αυτό μέσα από διάφορα τραγούδια του κ.λπ.–, ήταν συναισθηματικά δεμένος με το παράνομο ΚΚΕ, το μαρτυρικό να πούμε. Το ΚΚΕ του Άρη («απ’ του Άρη τα ένδοξα τα χρόνια»), του Μπελογιάννη («Ζει ο Μπελογιάννης, ζει με τους ανθρώπους / που χτίζουν έναν κόσμο σοσιαλιστικό»), των λαϊκών αγώνων, των εξοριών, των κατατρεγμών, θεωρώντας πως το σημερινό ΚΚ είναι πλήρως συμβιβασμένο, φθάνοντας στο σημείο όμως να γράψει ακόμη και μαλακίες, τις οποίες τραγούδησε ο Αγγελάκας («πλάι-πλάι μαζί με χρυσαυγίτες/ ορντινάντσα των καπιταλιστών»).
Δεν μπορεί κανείς να ξέρει τι συνέβαινε στην ψυχή του, στην ψυχή του Πανούση εννοώ –γιατί ο ίδιος κρυβόταν επιμελώς, καθώς δεν μπορούσες να καταλάβεις πότε μιλούσε σοβαρά και πότε έκανε πλάκα–, αλλά κατά βάθος και οπωσδήποτε συναισθηματικά ήταν ταυτισμένος με την μαρτυρική-αγωνιστική και όχι με τη… νόμιμη και κοινοβουλευτική Αριστερά. Απ’ αυτό το σημείο, όμως, μέχρι τα κροκοδείλια δάκρυα των φιλελέδων ανιχνεύεται μόνο το χάος. Και η άθλια κοροϊδία… μέρα που ’ναι…

FINCHLEY BOYS χαμένα τραγούδια μιας ιστορικής αμερικάνικης μπάντας από τα τέλη του ’60 και τις αρχές του ’70

Οι φίλοι τού σκληρού αμερικάνικου rock από τα late sixties-early seventies σίγουρα θα γνωρίζουν την περίπτωση των Finchley Boys, από την Champaign του Illinois, που έδωσαν το γνωστό πια και ιστορικό LP Everlasting Tributes” στη Golden Throat, το 1972. Εκείνο το σπάνιο στην original έκδοσή του άλμπουμ επανατύπωσε το 2010, και μάλιστα με πολλά extras (ηχητικά και έντυπα), η Anazitisi Records – η εταιρεία, που επανέρχεται, τώρα, για να κλείσει(;) την ιστορία αυτού του επισκιασμένου γκρουπ, μ’ ένα δεύτερο LP ανέκδοτων εγγραφών από την περίοδο 1968-1971. To νέο άλμπουμ έχει τίτλο Lost Tributes, είναι κομμένο σε 400 αντίτυπα και προσφέρεται σε βινύλιο 180 γραμμαρίων, μαζί με 8-σέλιδο LP-sized ένθετο.
Οι Finchley Boys ξεπετάχτηκαν μέσα στην ψυχεδελική περίοδο, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, παίζοντας σκληρό ροκ (για τα δεδομένα της εποχής), σφόδρα επηρεασμένοι από τις blues-rock φόρμες, που είχαν διαδώσει παντού οι Cream και o Jimi Hendrix. Ο σκληρός ήχος δεν πέρασε μόνο στα πιο αναγνωρισμένα αμερικανικά ονόματα τύπου Blue Cheer, Steppenwolf, Iron Butterfly, Alice Cooper, Amboy Dukes κ.λπ., αλλά και στα πιο άγνωστα (Leigh Stephens, Josefus, Randy Holden, Thunder and Roses κ.ά.), δημιουργώντας τις πιο γερές βάσεις πάνω στις οποίες θα πατούσαν τα ανάλογα γκρουπ (επιτυχημένα και επισκιασμένα) της επόμενης δεκαετίας. Έτσι συνέβη… και το μερίδιο των Finchley Boys προς αυτή τη μετάβαση μπορεί να είναι σχετικά μικρό (επειδή το γκρουπ παρέμεινε για χρόνια στην αφάνεια), αλλά δεν είναι αμελητέο. Προς τούτο δεν συνηγορεί μόνο το επίσημο άλμπουμ τους από το 1972, αλλά και οι παρούσες αγνοημένες εγγραφές τους, που προέρχονται όλες από σωστές και καλοδιατηρημένες αναλογικές πηγές και οι οποίες «λάμπουν» στα ηχεία, λόγω και του ωραίου remastering.
Να πούμε, για αρχή, πως η σύνθεση του γκρουπ για τις παλαιότερες των εγγραφών (1968-69) ήταν… George Faber φωνή, φυσαρμόνικα, Garrett Oostdyk κιθάρες, φωνητικά, LarryTabeTabeling μπάσο, φωνητικά και J. Michael Powers ντραμς (η line-up του επίσημου LP δηλαδή), ενώ για τα μεταγενέστερα κομμάτια (1971) η τετράδα ως σχήμα παραμένει, με τη θέση του ντράμερ Powers να καταλαμβάνει ο Billy Shaw.
Πρώτο track το γνωστό μας “Hooked” (γνωστό από το LP), γραμμένο σ’ ένα session στη Sparta του Michigan το φθινόπωρο του 1968. Η συγκεκριμένη edit είναι πιο μικρή σε διάρκεια (από ’κείνη του LP), αλλά είναι κάπως πιο δυναμική, ενώ έχει κι ένα φωνητικό ντεμαράζ στο τέλος, που κάνει το τραγούδι (με τους σκληρούς κατά των ναρκωτικών στίχους) ακόμη πιο… απεγνωσμένο. Προοριζόταν για 45άρι, με το “Outcast” στην άλλη πλευρά – ένα δισκάκι, που ποτέ δεν εκδόθηκε.
Η άλλη ομάδα τραγουδιών (“Outcast”, “Suffering servant”, “On a better day”) προέρχεται από την περίοδο 1968-1969. Το “Outcast” είναι γραμμένο στα στούντιο της Chess στο Σικάγο (Φεβρουάριος του ’69) και είναι κι αυτό γνωστό από το LP. Στην πράξη έγιναν τρία διαφορετικά mixes για το εν λόγω τραγούδι, κι εδώ το ακούμε σε μία ισχυρή edit με «ήχους πλήθους» στην εγγραφή. Είναι το lead track τού LP τής Anazitisi και είναι ιδανικό για τέτοιο. Το “Suffering servant” που ακολουθεί είναι ένα ακόμη κοινωνικό τραγούδι των Finchley Boys (γραμμένο για τη συντριβή τού «ονείρου» στα τέλη του ’60), που τυγχάνει βαθιάς όσο και δραματικής ερμηνείας από τον Faber. Από τα πιο συναισθηματικά και άξια κομμάτια των Finchley Boys. Στο “On a better day” έχουμε μια συνέχεια. Αφού το «όνειρο» βυθίστηκε μέσα στη βία και τον πόλεμο (του Βιετνάμ προφανώς) την ελπίδα για μια «καινούρια μέρα» θα συντηρήσουν οι ειλικρινείς διαπροσωπικές σχέσεις (ερωτικές ή άλλες). Και εδώ η ερμηνεία έχει έναν δραματικό τόνο, με το rhythm section να «γεμίζει» το τραγούδι και με την κιθάρα να παρακολουθεί από κοντά.
Το “Who goes there?” είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του LP (περί τα εννέα λεπτά), έχει… ψυχεδελική λογική, είναι αργό, κάπως ελεύθερο στην ανάπτυξή του, με συνεχή breaks, απ’ όλα τα όργανα (και τη φωνή), και μιλάει για μια κοινωνία φόβου, που δυσκολεύεται ν’ ανασάνει, χαμένη μέσα στις ενοχές της. Είναι γραμμένο τον Ιούνιο του 1971 και ανοίγει τη δεύτερη περίοδο του γκρουπ. Ακολουθεί το “Hell, fire & brimstone”, στο οποίο ο πρωταγωνιστής έχει γυρίσει από το Βιετνάμ και νοιώθει πως η… ζωή που κυλάει δίπλα του μπορεί, πια, να μην τον περιλαμβάνει. Οι ερμηνείες του Faber είναι εξαιρετικές, με την μπάντα να ακολουθεί περιγράφοντας απλά, αλλά ουσιαστικά, μια κατάσταση. Στο “Jack rabbit jump” (γραμμένο στο Σαν Φρανσίσκο το 1971) οι Finchley Boys δίνουν ένα ακόμη ωραίο τραγούδι, με κιθαριστική επίδειξη, που δεν μοιάζει ποτέ μανιερίστικη, ενώ και στο έσχατο “Sweathog blues” έχουμε έναν τύπο blues-jam, που ντύνει μιαν ιστορία ενός ανελεύθερου, στη βάση του, έρωτα.
Οι Finchley Boys υπήρξαν ένα πολύ καλό συγκρότημα, που άφησε λίγα αλλά σοβαρά τραγούδια. Μερικά απ’ αυτά, ανέκδοτα έως τώρα, ακούγονται σε τούτη την άψογη ελληνική παραγωγή.
Επαφή: www.anazitisirecords.com
  

Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

THE KARAMAZOV PROJECT ένα πρώτης τάξεως ροκ γκρουπ από την Καλαμάτα

Οι Karamazov Project είναι ένα ροκ συγκρότημα από την Καλαμάτα, που κάνει τώρα το ουσιαστικό ντεμπούτο του στη δισκογραφία μ’ ένα long play. (Μπορεί να έχουν προϋπάρξει και μερικά τραγούδια τους σε ψηφιακή μορφή, αλλά ένα LP θα είναι πάντα ένα LP). Τo άλμπουμ, που είναι ηχογραφημένο στην Καλαμάτα, έχει τίτλο Out of the Woodwork [Labyrinth of Thoughts / Ikaros Records, 2017], έχει ωραίο lay-out, είναι κομμένο σε 200 αντίτυπα και περιέχει insert με στίχους.
Μέλη των Karamazov Project είναι ο Πάνος Πανταζόπουλος, που έχει γράψει όλα τα κομμάτια (μουσική και στίχους), παίζει κιθάρες, κρουστά και τραγουδά, ο Φίλιππος Λυριντζής που χειρίζεται ντραμς, κρουστά, ο κιθαρίστας Γιώργος Δημητρακόπουλος και τέλος ο Αριστομένης Αλευράς ξανά σε κιθάρες και κυρίως σε μπάσο, ενώ στην ηχογράφηση συμμετέχουν δύο ακόμη guests σε φωνητικά και πιάνο.
Τo ύφος των τραγουδιών των Karamazov Project γειτνιάζει με το blues. Όχι όμως με την κλασική φόρμα του blues, αλλά με μιαν αμερικάνικη «εναλλακτική» των eighties, που έχει τη βάση της στον ηλεκτρικό Dylan του ’60. Blues δηλαδή, που μπορεί να υπήρχαν σε εγγραφές των Green on Red, των Thin White Rope κ.λπ. Και βεβαίως δεν είναι όλα τα κομμάτια blues – αν και σε αρκετά διακρίνονται στοιχεία, ενώ σε κάποια, αυτά ακριβώς τα στοιχεία, είναι και εντονότερα και χαρακτηριστικότερα (“Gosports fraud blues”). Περαιτέρω οι κιθάρες είναι εκείνες που κυριαρχούν στις συνθέσεις των Karamazov Project, χωρίς όμως τούτες να είναι βαριές, δυσκίνητες και διαρκώς καταιγιστικές – ούτε pop βεβαίως. Το ηχόχρωμά τους είναι μελετημένο (έχοντας πάντα για βάση το αμερικάνικο alternative της δεκαετίας του ’80), διατηρώντας πάντως κι ένα κάπως haunted feeling στα πιο αργά κομμάτια. Μου αρέσουν πολύ (οι κιθάρες) για παράδειγμα στο “T.Vitamin C”, ένα από τα ωραιότερα tracks τού “Out of the Woodwork”, γραμμένο για έναν τρόπο ζωής που δεν σου αφήνει και πολλά περιθώρια… για να είσαι κάτι άλλο, από εκείνο που κανονίζεται να είσαι.
Όμως και στα πιο γρήγορα κομμάτια, όπως το B1 “Mankey sounds (Kurtney Barretts summer)”, που έχει κάτι από τον «αέρα» των Αυστραλών Sunnyboys, οι Karamazov Project είναι πολύ καλοί, με τον Πανταζόπουλο να «γράφει» άψογα, μ’ αυτή την κάπως στριγκή φωνή του. Δυνατή και η… murder balladMurder blues in love minor”, αλλά ακόμη πιο δυνατή είναι η δραματική Α4 σύνθεση “We agree that love disagrees” – ίσως το ωραιότερο κομμάτι του LP, που δείχνει τις αληθινές, υψηλές, δυνατότητες του Πανταζόπουλου ως τραγουδοποιού.
Μπράβο, γενικώς, στα παιδιά, γι’ αυτό το πολύ καλό άλμπουμ.

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

MIKΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 70

11/1/2018
Πώς έχουν τα πράγματα, χοντρικά, με τα Σκόπια;
Το πανηγύρι ξεκινάει από πέρσι όταν οι Αμερικάνοι φάγανε τον εθνικιστή Γκρουέφσκι, ο οποίος ήταν δηλωμένος εχθρός του Σόρος και σκιώδης φίλος του Πούτιν (που έχει αναγνωρίσει τη "Μακεδονία" ως γνωστόν). Οι Αμερικάνοι δώσανε το χρίσμα στον σοσιαλδημοκράτη και-καλά Ζάεφ (έγιναν εκλογές φυσικά… πάντα γίνονται εκλογές), πέσανε και κάτι κατάσκοποι και… πράκτορες του ιμπεριαλισμού από δίπλα, με τον Γκρουέφσκι να κοντεύει να μπει στη φυλακή για υποκλοπές. Οι Γιάνκηδες πάνε Ζάεφ με χίλια –τον Γκρουέφσκι δεν τον γουστάρανε με τίποτα (το ξαναλέω), γιατί, πέραν των λοξοκοιταγμάτων του προς Ρωσία, ήταν και κατά της «σύνθετης ονομασίας», γεγονός που δεν ευνοούσε την είσοδο των Σκοπίων σε ΝΑΤΟ και ΕΕ– και μέσω αυτού (μέσω Ζάεφ εννοώ) σπρώχνουν άμεσα κι εμάς για την επίλυση του ονοματολογικού.
Έτσι κάπως ήρθε το «όνομα» και στο ελληνικό προσκήνιο, και όχι γιατί Σκοπιανοί και Έλληνες αποφάσισαν μόνοι τους να τα βρούνε μετά από τόσα χρόνια.
Τέλος πάντων, από τη στιγμή που χάθηκε στα nineties το Σλαβομακεδονία (ένα «τέλειο» όνομα), ό,τι και να μας δώσουν τώρα οι Αμερικάνοι (ο γερο-Νίμιτς) θα είναι χειρότερο. Το θέμα είναι να μην είναι ανεπανόρθωτα χειρότερο, όπως το «Νέα Μακεδονία», «Νόβα Ματσεντόνια» και τέτοια, ένα όνομα που προωθείται και από εγχώριους φιλελέδες και που μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικό. Μένει να φανεί βέβαια αυτό (αν θα αποβεί καταστροφικό), αλλά θεωρητικά σαν όνομα είναι άθλιο.
Το «Νέα» δεν είναι γεωγραφικός προσδιορισμός, αλλά χρονικός, και εμπεριέχει αλυτρωτισμό, αφού αντιδιαστέλλεται με την… Παλιά Μακεδονία, που δεν ξέρουμε ποια είναι. (Όποια θέλουν οι Σκοπιανοί είναι δηλαδή, από… Φίλιππο Β και πέρα).
Το θέμα λοιπόν με το όνομα είναι να εξασφαλιστεί, αφού χάθηκε μια για πάντα το… Σλαβοαλβανομακεδονία και τα ρέστα, πως η ονομασία θα αναφέρεται σε «μέρος» της Μακεδονίας και όχι στο «όλον» (γιατί το «όλον» δεν ανήκει επ’ ουδενί στα Σκόπια, αφού υπάρχει γεωγραφική ελληνική και βουλγαρική Μακεδονία). Άρα ο προσδιορισμός θα πρέπει να είναι οπωσδήποτε γεωγραφικός (για όλες τις χρήσεις όπως λένε, μέσα κι έξω από τα Σκόπια) και όχι χρονικός. Αφήνω κατά μέρος το θέμα της ονομασίας της γλώσσας και της εθνικότητας (και της τοπικής Εκκλησίας ακόμη-ακόμη), που είναι κι αυτά εξ ίσου σημαντικά ή και σημαντικότερα – είτε την πατήσουμε στο όνομα, που θα μας προτείνουν οι Αμερικάνοι, είτε όχι.
Τώρα, τι ρόλο παίζει ο Τσίπρας σ’ όλα αυτά; Κανέναν απολύτως. Αυτός έχει άλλες καΐλες. Φτιάχνει το αφήγημα της… μεταμνημονιακής Ελλάδας. 

11/1/2018 
Πριν κάποιο καιρό είχα βρεθεί με μια παρέα τριαντάρηδων σε μια καφετέρια (τη θυμάμαι τη φάση σαν τώρα), προσέχοντας σ’ ένα τραπέζι, παραπέρα, να κάθεται ο Τάκης Λουκανίδης – αυτός ο μέγας ποδοσφαιριστής κυρίως των σίξτις. Πράσινος ποτέ δεν υπήρξα, τον Λουκανίδη μπορεί να μην τον πρόλαβα να παίζει μπάλα, είχα μάθει όμως από παλιότερους –όταν ήμουν μικρός και μ’ ενδιέφερε το ποδόσφαιρο–, τα κατορθώματά του. Σας πληροφορώ, λοιπόν, πως κανένας από την παρέα δεν τον είχε αναγνωρίσει. Και μιλάω για ανθρώπους όχι ασχέτους με το τόπι. Παραξενεύτηκα και… στενοχωρήθηκα ταυτοχρόνως. 
Όταν πέρασε, λοιπόν, κάποια στιγμή από μπροστά μου, αυτή η μεγάλη μορφή του ελληνικού ποδοσφαίρου, σηκώθηκα από την καρέκλα μου και του είπα γεμάτος… πώς να το πω… συγκίνηση: «τα σέβη μου κύριε Τάκη». Την ίδιαν ακριβώς στιγμή άκουγα από ένα διπλανό τραπέζι έναν 70άρη, από μια παρέα γερόντων, να μου απευθύνεται… «Είσαι μικρός εσύ… πού να τον έβλεπες να παίζει κιόλας…». Και καθώς έγνεψα με συγκατάβαση είπα να βολευτώ με κάτι Κουρμπέληδες και κάτι Ταχτσίδηδες…
ΤΑΚΗΣ ΛΟΥΚΑΝΙΔΗΣ RIP 

11/1/2018
Μερικές από τις πιο γελοίες φωτογραφίες που έχω δει τον τελευταίο καιρό (ουδεμία μομφή για το φωτογράφο εννοείται) είναι αυτές της υπουργού Αχτσιόγλου, κατά την εισβολή του ΠΑΜΕ στο γραφείο της. Το παίξιμο με τα χέρια, προς αναζήτηση αθωότητας, είναι παλιό κόλπο. Και σαν παλιό δεν μπορεί να παρασύρει, πια, ούτε τα νιάνιαρα.
Από τη στιγμή που δεν έχεις τι να πεις μπροστά στο αγριεμένο πλήθος, που σ’ έπιασε στα πράσα –γιατί ό,τι και να πεις θα είναι απλώς όσα σου βάλανε στο στόμα τ’ αφεντικά σου–, εκτελείς λίγες… ασκήσεις γυμναστικής, παίζεις δηλαδή σαν σε φαρσοκωμωδία το ρόλο της αθώας παιδούλας, που ενώ κατέβασε από το ράφι το βάζο, τρώγοντας όλο το γλυκό, ισχυρίζεται πως δεν ξέρει τίποτα για το «φόνο».  
Οι μνημονιακοί υπουργοί έχουν μάθει να κρύβονται, καθώς βγαίνουν να πουν τις παρλαπίπες τους μόνο σε στημένα πάνελ. Όταν τους πιάνεις εξαπίνης δείχνουν απλώς ανέτοιμοι να διαχειριστούν την υποτέλειά τους. 

10/1/2018
Θα μπορούσες να το πεις και αρχοντορεμπέτικο αυτό το τραγούδι, το «Μποέμ», αν δεν προερχόταν από το 1959 (όταν το αρχοντορεμπέτικο ήταν πια παρελθόν). Είναι ένα ζεϊμπέκικο πάντως σε μουσική Δημήτρη Κύρου και στίχους Γιώργου Κοτζιούλα (ενός σημαντικού ποιητή, πεζογράφου και μεταφραστή της Αριστεράς, που πέθανε το 1956 στα 47 χρόνια του). Ένα τραγούδι, που ακούστηκε (με κάπως αλλαγμένους στίχους) στο Πρώτο Φεστιβάλ (Ελαφρού) Τραγουδιού του ΕΙΡ από το Τρίο Μπελκάντο.
Ο Κοτζιούλας δεν έχει ανακαλυφθεί από το ελληνικό τραγούδι (δεν ξέρω αν αυτό είναι καλό ή κακό) και αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να θυμηθώ άλλο μελοποιημένο ποίημά του πέραν του φοβερού «Η μπαλάντα της Ελένης» από τους Αγάπανθος (μουσική Χάρης Κατσιμίχας & Ντόριαν Κόκας) το 1975, που το ακούτε στα σχόλια…

THE THRILLER Cadillac / I can’t escape myself

Οι Thriller είναι μια rockabilly-psychobilly ελληνική μπάντα που υπάρχει από το 2007. Έχει κυκλοφορήσει και ολοκληρωμένη δουλειά, αλλά το παρόν 7ιντσο (300 κόπιες) με τα κομμάτια Cadillac / I cant escape myself [Anazitisi Mood Records, 2017] είναι το παρθενικό της στο βινύλιο.
Οι Thriller αποτελούνται από τους Kostas P. κιθάρες, τραγούδι, Chris G. κοντραμπάσο, δεύτερη φωνή και Aggelos T. ντραμς, με την main-side του single τους να έχει καταγραμμένη τη δική τους “Cadillac”. Ωραίο, απλό και ουσιαστικό, στο στυλ που πρεσβεύει το συγκρότημα, τραγούδι, με τα τρία όργανα σωστά στους ρόλους τους (και με σόλο κιθάρας) και με τη φωνή όσο πρέπει πειστική, στην προσπάθειά της να ενώσει δεκαετίες (από τα fifties έως τα eighties χοντρικά).
Ωραία είναι όμως και η διασκευή που καταγράφεται στη δεύτερη πλευρά. Πρόκειται για τον ύμνο των SoundI cant escape myself”, μια σύνθεση του Adrian Borland, την οποίαν οι Thriller παρουσιάζουν όπως πρέπει. Τη μεταφέρουν, δηλαδή, στα δικά τους rock/ rockabilly/ surf μέτρα, δίχως να χάνεται κάτι από τη δύναμη του κομματιού. Ωραίοι. 
Επαφή: www.anazitisirecords.com
  

Τετάρτη, 10 Ιανουαρίου 2018

ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 69

10/1/2018
Με το νόμο που θα περάσει ο Τσίπρας, το λεγόμενο «πολυνομοσχέδιο» εννοώ, με την επιβολή των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, τον περιορισμό των απεργιών, την υπαγωγή των ΔΕΚΟ στο ξενόδουλο Υπερταμείο και άλλα τινά, χάνονται πολλά από τα ισχυρά αντιπολιτευτικά ατού της μητσοτακικής δεξιάς, ου μην αλλά και των απανταχού φιλελέδων – τους οποίους βλέπω, στις επόμενες εκλογές, να ψηφίζουν δαγκωτό Σύριζα. Όλα τέλεια… 

9/1/2018 
H Lana Del Rey, λένε, αντέγραψε τους Radiohead. Άμα αντιγράφεις τους Radiohead δεν πιάνεται…

9/1/2018
Ο Γιώργος Σιέρρας είναι ένας από τους πιο βαρβάτους έλληνες κιθαρίστες. Στα σέβεντις, με τους Κάστορες, συναγωνιζόταν τον Σπάθα και τους Socrates (οι Κάστορες ήταν το ίδιο σκληροί, αλλά είχαν ελληνικό στίχο – καλό ελληνικό στίχο), επηρεασμένοι όλοι από Mountain και West Bruce & Laing (το LP τους “Why Dontcha”, που είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα το 1972). Αργότερα ο Σιέρρας πέρασε και από άλλα γκρουπ (Λερναία Ύδρα, Rhesus κ.λπ.), χωρίς να σταματήσει να γράφει τραγούδια μέχρι τις μέρες μας. Να, όπως αυτό, που είναι ένα από τα ωραιότερα ροκ κομμάτια, που άκουσα στην εποχή των μνημονίων.
«Ναι, πού είναι οι Έλληνες πια, πού είναι η δημοκρατία; / αυτό είναι καθαρή τρομοκρατία»...

8/1/2018
>>Σύμφωνα πάντα με την Washington Post, πέρσι σκοτώθηκαν 19 άοπλοι Αφροαμερικανοί από αστυνομικούς. Συγκριτικά, το 2016 είχαν σκοτωθεί 17 και το 2015 36. Ο αριθμός των Αφροαμερικανών που έχασαν τη ζωή τους από αστυνομικά πυρά, είτε ήταν άοπλοι είτε όχι, είναι δυσανάλογος σε σύγκριση με τον πληθυσμό τους: το 22% των θυμάτων ήταν Αφροαμερικανοί, τη στιγμή που οι μαύροι άνδρες δεν αποτελούν παρά μόνο το 6% του πληθυσμού των ΗΠΑ.<<
Πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα στη χώρα της «ελευθερίας» και της «δημοκρατίας» από την εποχή του Malcolm X; 

7/1/2018 
Γνώμη μου είναι –μπορεί να κάνω λάθος– πως τα Χρόνια Πολλά, στους Γιάννηδες εν προκειμένω, τα λέμε βράδυ και όχι πρωί-πρωί, όταν οι Γιάννηδες δεν έχουν αλλάξει σώβρακο ακόμη, ούτε βέβαια τα λέμε στο πρώτο λεπτό της ημέρας (00:01 της 7ης Ιανουαρίου) αγχωμένοι από το φόβο… μήπως και μας προλάβει κανας άλλος. 
Ας φυλάξουμε για την ψηφιακή ζωή μερικές παλιές καλές συνήθειες της πραγματικής, όταν η επίσκεψη στο σπίτι του εορτάζοντος ή της εορταζούσης συνέβαινε άνευ τηλεφώνου ή άλλης ειδοποιήσεως (αυτό βεβαίως το έχουμε διαγράψει) και πάντως υπό το… πλήρες φως των προβολέων.

7/1/2018 
Πέθανε η France Gall, στα 70 της, αγαπημένη ποπ γαλλίδα τραγουδίστρια των σίξτις, κυρίως, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία και στην Ελλάδα (δίσκοι, εξώφυλλα σε περιοδικά κ.λπ.).
Το “Laisse tomber les filles” (1964), που ήταν ένα από τα πρώιμα ωραία τραγούδια της, σε μουσική και στίχους του Serge Gainsbourg, είχε τραγουδηθεί και από τη Ζωή Κουρούκλη (και τους Stormies), με αγγλικούς, όμως, στίχους του Νίκου Μαστοράκη.

ACT MUSIC + VISION καινούρια σοδειά, μέρος II

Τα υπόλοιπα τρία CD της ACT Music + Vision (AN Music) από την τελευταία παρτίδα που λάβαμε... Εδώ το πρώτο μέρος…
DIETER ILG: B-A-C-H [9844-2 ACT, 2017]
Ο αναγνωρισμένος γερμανός τζαζ-κοντραμπασίστας Dieter Ilg, μετά τον προπέρσινο «δικό του Μπετόβεν», για τον οποίον είχαμε γράψει και στο δισκορυχείον (29 Οκτ. 2015), έχει στην αγορά ένα ακόμη… κλασικό-τζαζ CD, που δεν είναι το δεύτερό του, καθότι έχουν προηγηθεί (πέραν του Beethoven) ανάλογες προσεγγίσεις του στον Wagner και στον Verdi.  Εδώ, στο “B-A-C-H”, ο Ilg, έχοντας δίπλα του τους Rainer Böhm πιάνο και Patrice Héral ντραμς, τα… βάζει με τον Μπαχ, από συγκεκριμένα έργα του οποίου επηρεάζεται συνθέτοντας «δικά του», τα οποία και παρουσιάζει με νέους καινούριους τίτλους.
Φυσικά η… ιστορία jazz-Bach δεν είναι σημερινή, αν σκεφτούμε πως δεκάδες προσεγγίσεις πάνω στο έργο τού μεγάλου κάντορα έχουν υπάρξει στο παρελθόν, με μερικές απ’ αυτές να θεωρούνται πλέον must. Προσεγγίσεις σαν εκείνη των Jacques Loussier/ Christian Garros/ Pierre Michelot (1959) εννοώ, μα ακόμη και των Swingle Singers (1963), The Ramsey Lewis Trio (1964), Ingfried Hoffmann (1969), Laurindo Almeida & Ray Brown (1970), The Modern Jazz Quartet (1974), Chris Hinze (1976), Eugen Cicero Trio (1985) κ.ά.
Τα έργα του Bach, από τα οποία επηρεάζεται και ανασκευάζει ο Ilg είναι πολλά και διάφορα – μπορούμε δε να δώσουμε και τις επίσημες αριθμήσεις τους, αλλά δεν έχει νόημα. Εκείνο που έχει νόημα να πούμε είναι πως ο Ilg παρουσιάζεται αρκετά πρωτότυπος εδώ, με επιτυχείς εναρμονίσεις σε συγκεκριμένα μελωδικά patterns και με πολύ ελευθερία περαιτέρω, ώστε να επιτύχει εκείνο που θα ονομάζαμε «προσωπική κατάδειξη». Φυσικά, στο “B-A-C-H” μεγάλο μερίδιο ευθύνης φέρει και ο πιανίστας Rainer Böhm – ένας μουσικός που έγινε πιο γνωστός μέσα από τα γκρουπ του τρομπετίστα Thomas Siffling, και που έχει και δική του αξιόλογη δισκογραφία.
THREE FALL & MELANE: Four [9676-2 ACT, 2017]
Ως “young german jazz” προσδιορίζεται το “Four” των Three Fall & Melane, άρα να υποθέσουμε πως με τον έναν ή τον άλλον τρόπο οι Lutz Streun μπάσο κλαρίνο, τενόρο σαξόφωνο, Sebastian Winne ντραμς, κρουστά, Til Schneider τρομπόνι και Melane Nkounkolo είναι Γερμανοί και τούτο, γιατί δεν γίνεται να υποθέσουμε κάτι άλλο
Στη βάση της η jazz που ακούμε εδώ είναι σύγχρονη και κυρίως αμερικανική, δίχως πάντως να απουσιάζουν και κάποια ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά – από ’κείνα που προσέφερε αφειδώς, όσο βρισκόταν εν ζωή, το Esbjörn Svensson Trio. Η αμερικανίλα του “Four” πιάνει κόκκινο κυρίως στις περιπτώσεις των τραγουδιών της Melane, που είναι εντελώς street/r&b, επιχειρώντας σε κάτι από εκείνα που τολμούσαν προ 20ετίας-25ετίας, με εντυπωσιακά αποτελέσματα, οι Us3 και ο Guru Jazzmatazz
Οι Γερμανοί έχουν ακόμη ένα προσόν. Ή μάλλον δύο. Πέραν του ότι είναι καλοί ως συνθέτες (ο τρομπονίστας Schneider βασικά, που έχει γράψει σχεδόν όλα τα πρωτότυπα tracks – καθώς υπάρχουν και κάτι λίγες διασκευές σε e.s.t. και Ace of Base) είναι και ως παίκτες ψαγμένοι και ελπιδοφόροι, αφού κάνουν τα όργανά τους ν’ ακούγονται άλλοτε σαν κιθάρες, άλλοτε σαν πλήκτρα κ.ο.κ. Πέφτει… μπαλαμούτι δηλαδή, αλλά είναι πολύ καλό και τους βγαίνει.
MARIUS NESET: Circle of Chimes [9038-2 ACT, 2017]
Ο σαξοφωνίστας (τενόρο-σοπράνο) Marius Neset, που τον έχουμε δει και από τα μέρη μας, είναι ένας από τους πιο ενδιαφέροντες, Ευρωπαίους, σύγχρονους τζαζ συνθέτες. Κάτι που το αποδεικνύει και με το πιο καινούριο CD του, που έχει τίτλο “Circle of Chimes” και το οποίον αποτελείται μόνο από δικές του συνθέσεις. Και τι συνθέσεις! Τέλειου σχεδιασμού, 12λεπτης, 9λεπτης, 8λεπτης ακόμη και 3λεπτης διάρκειας, τις οποίες ενορχηστρώνει ο ίδιος. Διαθέτει, βεβαίως, παικταράδες στο συγκρότημά του ο Neset, ασχέτως αν ο ίδιος κρατάει τον πρώτο ρόλο για τον εαυτό του στην ορχήστρα, ασχέτως αν αποφασίζει μόνος του για εκείνο ή το άλλο. Δίπλα, λοιπόν, στον άπαιχτο Νορβηγό στέκονται οι Lionel Loueke κιθάρες, φωνή, Andreas Brantelid τσέλο, Ingrid Neset φλάουτα, Ivo Neame πιάνο, Jim Hart βιμπράφωνο, μαρίμπα, κρουστά, Petter Eldh κοντραμπάσο και Anton Eger ντραμς, κρουστά. 
Το αποτέλεσμα το ακούμε. Συνθέσεις ιδιότροπες με αναφορές πολλές και διαφορετικές (ευρωπαϊκές, αμερικανικές, αφρικανικές), που ανοίγονται σε πολύχρωμους δρόμους, με όργανα όπως η μαρίμπα και το βιμπράφωνο να έχουν ισχυρά μερίδια, δίπλα στα πιο… κλασικά (σαξόφωνα, κιθάρα, πιάνο), συντελώντας σε μια «γιορτή» που ενίοτε αποκτά εκστατικά χαρακτηριστικά (“Sirens of Cologne”).
Από τα δυνατά τζαζ άλμπουμ της χρονιάς που πέρασε.