Τρίτη, 20 Φεβρουαρίου 2018

“JIMMIE” HENDRIX με αφορμή ένα όνομα που δεν υπάρχει προέκυψε μια ανάρτηση και μια ωραία συζήτηση στο facebook

Άμα ακούς κάποιον π.χ. τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο να λέει το όνομα του Hendrix κι εσύ αντί για Jimi τον γράφεις Jimmie σημαίνει πως είσαι άσχετη/άσχετος και παίρνεις στο λαιμό σου και τον… ξένον άνθρωπο. Θα μου πεις, τώρα, πως υπάρχουν και τύποι (Έλληνες) που τυπώνουν και βιβλία για το ροκ και που τον αναφέρουν ως... Jimmy, οπότε μικρό το κακό.
Οι προχειράτζες που γράφουν σε μεγάλα σάιτ και που θέλουν να έχουν λόγο για τα πάντα είναι πλέον καθεστώς.
(από το popaganda είναι το screenshot)
Kwstas Agas: Κι επιπλέον ο Hendrix παρόλο που τραγουδούσε ο ίδιος δεν ήταν «αμιγώς τραγουδιστής». Ήταν πρωτίστως και κυρίως μουσικός, από τους καλύτερους που πέρασαν από τον κόσμο...
Φώντας Τρούσας: Ε ναι. Δεν θα τον πεις πρωτίστως τραγουδιστή. 

Nikos Sarantakos: Γιατί όχι Τζίμι Χέντριξ και Τζόαν Μπαέζ; ή μιλούσαν αγγλικά;
Φώντας Τρούσας: Εγώ σ’ ένα κείμενο θα τον έγραφα στ’ αγγλικά. Σε μια συνέντευξη όμως, έναν προφορικό λόγο που τον μετατρέπεις σε γραπτό, θα τον έγραφα στα ελληνικά (Τζίμι Χέντριξ), όπως το ΦΑΝΤΑΖΙΟ το ’70. Δεν μου κάθεται καλά στο μάτι σε συνεντεύξεις να βλέπω αγγλικά. Σ' ένα άρθρο, σ' ένα δοκίμιο δεν έχω πρόβλημα.
George Nikolopoulos: Τότε και… Che Guevara!
Φώντας Τρούσας: Δεν υπάρχει ουδεμία σκέψη γι’ αυτά τα θέματα... γράφουν όπως να’ναι. Δεν βγάζεις άκρη. Πάντως στη μεταφορά στα ελληνικά χρειάζεται προσοχή και σκέψη. Αν γράψεις π.χ. Τζον Μάγιαλ είναι λάθος (παρότι όλοι θα καταλάβουν σε ποιον αναφέρεσαι), αν γράψεις όμως το σωστό, που είναι Τζον Μέιολ, ελάχιστοι θα αντιληφθούν για ποιον λες. Μερικά πράγματα έχουν παγιωθεί λάθος, αλλά είναι επίσης λάθος –για μένα– να αλλάξεις ένα λάθος, που δουλεύει σωστά για δεκαετίες. Εγώ, δηλαδή, θα έγραφα «Μάγιαλ». Το λέω, γιατί κάποτε είχα δει το «Μέιολ» και ψαχνόμουν. Γενικώς τα ονόματα, είτε ελληνικά είτε όχι, θέλουν προσοχή και σκέψη στη γραφή τους. Το λέω, γιατί έχουμε διαβάσει ακόμη και για «Κώστα Καβάφη», για «Κωνσταντίνο Καρυωτάκη» κ.λπ.
George Nikolopoulos: Ένα παγιωμένο λάθος είναι αδύνατο να διορθωθεί. Π.χ η όπερα (το σωστό θα ήταν τα όπερα, τα έργα δηλαδή).
Φώντας Τρούσας: Και σωστά (ένα παγιωμένο λάθος, που δεν ενοχλεί, να μην διορθώνεται). Και γι’ αυτό θα πρέπει να λέμε «τα παλτά», τα «βιολιά» κ.λπ. Αλλά όχι και «τα στυλά», γιατί αυτό είναι κακόηχο.
Vassilis Konstandopoulos: Λόγω επαγγέλματος, η φάση με τα ονόματα μας έχει ταλαιπωρήσει κάμποσο. Στα ονοματεπώνυμα τείνουμε προς την ελληνική βερσιόν, προσπαθώντας να διατηρήσουμε την εκφορά (Νικ Κέιβ, Μικ Τζάγκερ, Βιμ Βέντερς, Τζίμι Χέντριξ, Τζον Κολτρέιν, Ρίτσαρντ Νίξον, Άλμπερτ Αϊνστάιν κ.λπ.). Τα γκρουπ τα αναγράφουμε στην πρωτότυπη εκδοχή ανεξαρτήτως γλώσσας (π.χ. το να γράψεις τους Einstuerzende Neubauten "Aϊνστίρτσεντε Νοϊμπάουτεν", μάλλον θα μπερδέψει τον αναγνώστη) κι όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Τέλος, θεωρούμε κάπως αστείο ονοματεπώνυμα αλφαβήτων διαφορετικών από το αγγλικό να αναγράφονται με την αγγλική τους εκδοχή (π.χ. Alexander Sokurov, Andrjei Wajda, Stellan Skaargard κ.ο.κ.).
Φώντας Τρούσας: Για τα κυριλλικά πάντως, κι επειδή το κοντινότερο αλφάβητο είναι το ελληνικό, καλό είναι να τα γράφουμε στα ελληνικά, αλλά να ξέρουμε λιγάκι και την προφορά. Πράγμα όχι εύκολο. Πάντως σε πολλά γιαπωνέζικα εξώφυλλα δίσκων π.χ. υπάρχει και η αγγλική γραφή, οπότε γιατί όχι και αγγλικά (τα γιαπωνέζικα); Πάντως, άμα δεν ξέρεις την προφορά καλύτερα οι λατινικές γραφές παντού. Αλλά και να την ξέρεις την προφορά... είπαμε (με το παράδειγμα του Mayall) πως ενίοτε προκύπτει θέμα. Τελικά, ο καθένας κάνει ό,τι γουστάρει και κρίνεται ξεχωριστά.
George Nikolopoulos: Άρα θα γράφετε π.χ. ο Νικ Κέιβ των Birthday Party! Περίεργο, όμως νομίζω ότι θα συμφωνήσω τελικά...
Vassilis Konstandopoulos: Για το κυριλλικό, φυσικά. Καλό είναι να την ψάχνουμε λιγάκι, τώρα με τα ιντερνέτ είναι πιο εύκολο. Με τα γιαπωνέζικα, κινέζικα κλπ. δεν καταλαβαίνω γιατί όχι Ναγκίσα Όσιμα και Ακίρα Κουροσάουα και Κιμ Κι Ντουκ κ.λπ. Φυσικά υπάρχουν θέματα, τύπου Mayall, Brugges και του βασανιστή των αθλητικών Kuyt, αλλά δε νομίζω ότι είναι πρωτεύοντα. Όποιος θέλει να μάθει, ψάχνει και βρίσκει εντός 10λέπτου.
Φώντας Τρούσας: Πάντως εμένα δεν μ’ αρέσει να γράφω ούτε «Χέντριξ», ούτε «Κλάπτον», ούτε τίποτα απ’ αυτά. Τα γράφω πάντα αγγλικά και στα κείμενα που ανεβάζω στο δισκορυχείον και σε όσα παραδίδω αλλού (αν και κάποιες φορές μου «διορθώνουν» τα leads – μέσα στο κείμενο δεν τα αλλάζουν).
Με τα μη λατινικά εξαρτάται. Αν υπάρχει στο δίσκο (με κυριλλικά ή γιαπωνέζικα γράμματα κ.λπ.) και λατινική γραφή χρησιμοποιώ τη λατινική. Αλλιώς... μαντεύω. Έχω δίσκο π.χ. που είναι όλα τα κείμενα στα κυριλλικά-ουκρανικά (ούτε καν στα ρώσικα) ε... κι εκεί έβαλα πιο πολύ φαντασία, παρά γνώση, για να γράψω τα ονόματα.
Εξάλλου το να γράψεις τον μεγαλύτερο τραγουδιστή της Καταλονίας «Γίουις Γιάχ» ή κάπως έτσι δεν κερδίζεις απολύτως τίποτα. Ενώ αν γράψεις “Lluis Llach” βοηθάς τον άλλον να κάνει copy-paste και να τον ψάξει. Ν ακούσει τραγούδια του κ.λπ.
Vassilis Konstandopoulos: Τα κυριλλικά είναι πιο εύκολα από ό,τι φανταζόμαστε. Ναι, κι εμείς, φορές, τα πάμε όλα στο λατινικό, αλλά νομίζω ότι σε κείμενο, δεν είναι παράταιρη η γραφή των ονομάτων στα ελληνικά.
Θυμάμαι τώρα φάσεις και γελάω μόνος μου, βίπερ δεκαετίας του ’70, νομίζω ήταν το «Γκρούπι» (που είχε κυκλοφορήσει ως «Γκρουπιέ») ανέφερε το «Αεροπλάνο Τζέφερσον», τον «Μπομπ Ντυλάν» και πάει λέγοντας. Έχεις ένα πόντο, εδώ βοηθάει η παρένθεση με το αυθεντικό πάντως.
George Nikolopoulos: Με την ελληνική γραφή μπορεί να αισθάνεσαι λίγο πιο κοντά και οικεία με τον επονομαζόμενο. Μου ’ρχεται στο μυαλό ο… Καρτέσιος, που το προτιμώ από το ψυχρό Descartes.
Φώντας Τρούσας: Καλά, ναι αυτά τα παλιά τα ξέρω. Είχε γίνει ντόρος όταν είχα θυμίσει σε κάποιους πως στην αρχή τον Dylan στην Ελλάδα τον έγραφαν.... Ντάϋλαν.
Vassilis Konstandopoulos: Όπως Νάυλον. Τεσπα, εμείς της μπάλας που έχουμε ζήσει Μανόλο, τα έχουμε δει όλα.
Φώντας Τρούσας: Το «Αεροπλάνο Τζέφερσον» το έχω δει κι εγώ και πρέπει να ήταν σε βιβλίο του Μαρκούζε (αν θυμάμαι καλά). Ο άνθρωπος (ο μεταφραστής) ήξερε να μεταφράζει φιλοσοφία από τ’ αγγλικά, αλλά από μουσική... σκράπας.
Vassilis Konstandopoulos: Εγώ το είχα δει σε αυτό που σου ανέφερα. Αλλά, τότε, ήταν αλλιώς.
Φώντας Τρούσας: Πάντως το να γράφεις Shakespeare είναι μαλακία. Αλλά το να γράφεις Jagger δεν είναι.
Vassilis Konstandopoulos: Οk, δεκτό, αλλά καλό είναι να υπάρχει μια ενιαία αντίληψη, το βρίσκω λίγο κουλό από τη μια Jagger και από την άλλη Σαίξπηρ στο ίδιο κείμενο.
Φώντας Τρούσας: Δεν υπάρχει λόγος να συνυπάρχουν αυτοί οι δύο. (γέλια)
George Nikolopoulos: Αν είσαι αρχαιόπληκτος, τον Σαίξπηρ τον λες… Λογχοκραδαστή.
Φώντας Τρούσας: Αυτό μου θυμίζει λίγο Αστερίξ; Ή όχι;
George Nikolopoulos: Νομίζω κάποιος άλλος το έχει διαπράξει και μου έμεινε, όχι από Αστερίξ. Θα μπορούσε σίγουρα…
(από την επανέκδοση του "Γκρουπιέ" του 1974)
Φώντας Τρούσας: Το σκάναρα τώρα. Μνημείο...
Vassilis Konstandopoulos: Φώντα, μιλάω για το ΒΙΠΕΡ, την ταινία την ψάχνω μανιωδώς (αν και μάλλον είναι σοφτ κορ της φωτιάς).
Φώντας Τρούσας: To βίπερ σκάναρα (Άγκυρα).
Vassilis Konstandopoulos: Δε θυμάμαι τέτοιο εξώφυλλο, τεσπα, θα ψάξω τις κούτες γμτ. Μιλάω για ΒΙΠΕΡ οριτζινάλ, όχι Αγκύρας πάντως, αν και ρετάρω με τα χρόνια.
Η πρώτη έκδοση του 1971
Φώντας Τρούσας: Άγκυρα 1971, είναι το ορίτζιναλ. Απλά είχε κάπως διαφορετικό εξώφυλλο (στήσιμο). Εγώ εδώ σκάναρα μόνο τίτλο και τον οριζοντίωσα από την έκδοση του ’74 (μάλλον).
Vassilis Konstandopoulos: Oκ, να ψάξω, πάνε 40 χρόνια γμτ.
Φώντας Τρούσας: Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά τον Οκτώβριο του ’71, αποσύρθηκε τον Μάρτη του ’72 (έγινε δίκη, αλλά αθωώθηκε ο Παπαδημητρίου της Άγκυρας) και το ξανακυκλοφόρησε το 1974. Μετά τη δίκη, και την αθώωση, λογικά ξαναμοιράστηκαν και τα αντίτυπα, που είχαν αποσυρθεί… λέω εγώ τώρα… ή έγινε κι άλλη έκδοση στο ενδιάμεσο.
Αυτό είναι το ορίτζιναλ, αλλά υπάρχει κι άλλη έκδοση. Η φωτό της κοπέλας είναι παντού η ίδια.
Vassilis Konstandopoulos: Οk, αυτό ήτανε, τώρα θυμήθηκα

Thodoris Rammos: Ήταν και πολιτικοποιημένος ο Jimmie;
Φώντας Τρούσας: Ήταν. Είχε γράψει αντιπολεμικά και ειρηνιστικά τραγούδια. “Machine gun”, “Izabella”, “1983... (A Merman I Should Turn to Be), “House burning down” και άλλα.

Ntinos Sarandopulos: μήτσος
Φώντας Τρούσας: Και όμως έχει γραφτεί κι αυτό… (γέλια)

Γιώργος Χαρωνίτης: Τζίμη!!!
Φώντας Τρούσας: «Τζίμυ» τον γράφανε στους Μοντέρνους Ρυθμούς το 68. Και «Τζίμι» στο ΦΑΝΤΑΖΙΟ το 70..
Γιώργος Χαρωνίτης: I know!

Στέφανος Παναγιωτάκης: Ο πιό ωραίος ήταν ο Ευγένιος Σπαθάρης τότε το 1966 ή 67 νομίζω στο εργάκι του «Ο Καραγκιόζης και οι Μπητλς» είχε ονοματίσει τα παλληκάρια ως εξής... Ο Τζώνης της Ελένης, ο Ρίκος ο Σταρένιος, ο Γιώργης ο Χαρίσης κι Παυλάκος ο Χαρτόνης!!

ΒΑΡΕΑ & ΑΝΘΥΓΙΕΙΝΑ επαρχιακά μπλουζ νόστου & ερώτων

Το συγκρότημα Βαρέα & Ανθυγιεινά, από την Καβάλα, το γνωρίσαμε το 2015, όταν το τραγούδι τους «Μετριότητα» συμπεριλήφθηκε στο τελευταίο 7ιντσο των «Γεροντοπεισμάτων» του Δημήτρη Καρρά. Λίγο πιο μετά, πάντα μέσα στο ’15, γράψαμε και για το πρώτο φερώνυμο CD τού σχήματος, που είχε τυπωθεί από την B-otherSide. Τώρα, έχουμε και ακούμε το δεύτερο άλμπουμ των Βαρέων & Ανθυγιεινών, που έχει τίτλο «Επαρχιακά μπλουζ νόστου & ερώτων» [Κάπα Εκδοτική], παραγωγής 2017. Το άλμπουμ περιλαμβάνει έξι τραγούδια και δύο ορχηστρικά, που ανήκουν (μουσικές-στίχοι) στους Βασίλη και Δημήτρη Ευφροσυνίδη (με την εξαίρεση μιας μελοποίησης ποιήματος του Μανώλη Αναγνωστάκη).
Τα τραγούδια των Βαρέων & Ανθυγιεινών δεν έχουν όλα ένα ύφος. Ούτε από μουσικής, ούτε από στιχουργικής, ούτε από ενορχηστρωτικής πλευράς. Δεν ξέρω αν αυτό είναι κακό –ίσως είναι–, ξέρω πάντως πως δυσχεραίνεται η οικοδόμηση ενός άλμπουμ με γερά στοιχεία σύνδεσης και συνάφειας. Επίσης προς αυτή την κατεύθυνση, της ενότητας, δεν βοηθούν ούτε οι φωνές του Θανάση Γκαϊφύλλια και του Αργύρη Μπακιρτζή, που αποδίδουν δύο από τα έξι τραγούδια του CD. Όσον αφορά στον Μπακιρτζή (που λέει ένα τραγούδι για τον Τζούλιο Καΐμη), με το τόσο ιδιότυπο φωνητικό ηχόχρωμα, η γνώμη μου είναι πως δεν κολλάει πουθενά αλλού να τραγουδάει πέραν των Χειμερινών Κολυμβητών, ενώ και ο Γκαϊφύλλιας, που έχει βεβαίως ακόμη πολύ καλή φωνή, δεν ταιριάζει και τόσο στο «Κάθε πρωί». Θέλω να πω τούτο – και το λέω ευθαρσώς. Όταν για τα τραγούδια, που αποφασίζεται να τα πει άντρας, υπάρχει ο πολύ καλός Βασίλης Ευφροσυνίδης (για τα «γυναικεία» υπάρχει η επίσης πολύ καλή Μαρία Ευλαβή) προς τι ο λόγος να αναζητούνται έτερες φωνές; Εντάξει, οι «συμμετοχές» θεωρητικώς αβαντάρουν ένα άλμπουμ βοηθώντας σε πωλήσεις (τούτο παλαιότερα, γιατί τώρα οι πωλήσεις είναι ελάχιστες), σε αναγνωρισιμότητα, ακόμη και σε air-plays (αφού οι ραδιοπαραγωγοί είναι πιο πιθανόν να επιλέξουν ένα τραγούδι με φημισμένο ερμηνευτή), ενώ αποτελούν κι έναν τρόπο αναγνώρισης των λιγότερο γνωστών δημιουργών (που έχουν τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν «συμμετοχές» για τους δίσκους τους). Ωραία όλα αυτά, αλλά με την ουσία τι γίνεται; Αυτό θα είναι, πάντα, το ζήτημα.
Λοιπόν εδώ… για να μην γενικολογούμε. Όλα τα τραγούδια των Βαρέων & Ανθυγιεινών έχουν ενδιαφέρον – είναι αυτό που λέμε «καλά τραγούδια» ή και πολύ καλά κάποια εξ αυτών («Τα άφταστα», «Εμείς» σε ποίηση Αναγνωστάκη). Έχουν επίσης μελετημένες ενορχηστρώσεις, αν και «διαφορετικές» από τραγούδι σε τραγούδι. Άλλα κομμάτια είναι πιο κοντά στο παλιό ύφος (παραδοσιακά, με σμυρνέικες, λαϊκές κ.λπ. αναφορές), άλλα είναι μπαλάντες (όχι λαϊκές), κάποια έχουν πιο πολλά folk στοιχεία της αλλοδαπής (το οργανικό «Ένας μποέμ πλανήτης» π.χ.) και λοιπά. Από ’κει και πέρα είναι η ενότητα ύφους, για την οποία τα είπαμε, και η οποία αναζητείτε.
Αν, τώρα, ορισμένοι αναγνώστες-ακροατές δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτήν ακριβώς την «ενότητα» (που θα πρέπει, πάντα, να χαρακτηρίζει ένα άλμπουμ) να ξέρουν πως εδώ στα «Επαρχιακά μπλουζ νόστου & ερώτων» θα βρουν μόνο καλά τραγούδια.
Επαφή: www.kapaekdotiki.gr

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΜΠΟΥΛΟΥΧΤΣΗΣ αντηχήσεις

Τον Βαγγέλη Μπουλουχτσή οι περισσότεροι τον γνωρίσαμε μέσω των Chapter 24 και του πολύ καλού δίσκου τους “Tin Invaders”, που είχε κυκλοφορήσει από το Δικαίωμα Διάβασης το 1988. Ο Μπουλουχτσής, που έπαιζε μπάσο, κιθάρες κι έκανε φωνητικά σ’ εκείνο το δίσκο, που εμφανιζόταν ταυτοχρόνως και με το side-project Hobbit, ηχογραφώντας στα 00s και δύο CD με τους Όμμα (στην Ankh), έχει τώρα μια κασέτα στη γύρα, στην ετικέτα του Στυλιανού Τζιρίτα A Man out of A Man. Ο τίτλος τής κασέτας είναι «Αντηχήσεις» (2017) και περιλαμβάνει ζωντανές εγγραφές του Μπουλουχτσή, που συνέβησαν μεταξύ Απριλίου 2005 και Μαρτίου 2010, στην Ήπειρο. Όπως διαβάζουμε στην κασέτα… «το σύνολο των συνθέσεων έχει εκτελεστεί από τον Βαγγέλη Μπουλουχτσή σε πραγματικούς χρόνους, με άταστο μπάσο, φωνή, σφυρίχτρες πουλιών, sleigh bells (σ.σ. βγάζουν τον ήχο της αγιαστούρας), ιδιόφωνα και με τη δημιουργία ενός πλέγματος αντηχήσεων και βρόγχων, παραγόμενων ηλεκτρονικά με delay και echo».
Οπωσδήποτε ο χαρακτηρισμός «περιβαλλοντικές» ταιριάζει γάντι στις μουσικές του Μπουλουχτσή, ασχέτως αν αυτές μπορεί να εμφανίζουν επιδράσεις ακόμη και από την ηπειρωτική ή και από την βυζαντινή μουσική παράδοση (εννοείται πως υπάρχουν επιδράσεις και από το πειραματικό ροκ, από διάφορες ιστορικές φάσεις τού improv κ.λπ.). Και τούτο γιατί, στις «Αντηχήσεις», το πλαίσιο έχει σημασία, μέσα στο οποίο αφήνονται ο ήχος και ο λόγος (κείμενα τού επίσης ηπειρώτη λογοτέχνη Γιώργου Μ. Οικονόμου κυρίως) και όχι τα όποια επιμέρους συστατικά.
Ο Μπουλουχτσής, με τα απολύτως απαραίτητα μέσα λοιπόν, κατορθώνει να οριοθετήσει ένα περιβάλλον που να «στέκεται» μόνο του από αισθητικής πλευράς, δίχως την ανάγκη ή την… υποχρέωση να καταφεύγει στην εικονοκλασία και τις όποιες άλλες ηχητικές ακρότητες, που παρουσιάζονται συχνά στα avant-ηλεκτρονικά… one man show.

Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2018

ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΠΑΝΤΕΛΙΔΗ

Δεν πρέπει να αδιαφορούμε για τις προτιμήσεις του λαού. Εντάξει, με άλλες μπορεί να συμφωνούμε και με άλλες όχι, όμως το να τις αντιμετωπίζουμε αφ’ υψηλού και υποτιμητικά, τοποθετώντας τον εαυτό μας κάπου «έξω» από τους πολλούς, και κάπου «παραπάνω», δεν βοηθάει τα πράγματα. Απεναντίας, εκείνο που βοηθάει είναι το να προσπαθείς να εξηγήσεις τι βρίσκουν οι πολλοί, που δεν το βρίσκεις εσύ ενδεχομένως στα τραγούδια του Παντελίδη, αυτού του πηγαίου ταλέντου που άφησε ορφανό το λαϊκό τραγούδι πριν από δυο χρόνια.
Ο Παντελίδης είχε δικό του τρόπο να γράφει στίχους, αδιαφορώντας για τους γραμματικούς κανόνες. Έβαζε ας πούμε δυο ρήματα μαζί, «τρώγοντας» συνδέσμους, προθέσεις κτλ., κάθε δίστιχό του είχε αυτοδύναμο νόημα, δίχως να συνδέεται αναγκαστικά με το προηγούμενο ή το επόμενό του, κι εν πάση περιπτώσει μιλούσε τα ελληνικά που μιλούσαν και μιλάνε οι άνθρωποι της γενιάς του, με τη σιγουριά και την πεποίθηση πως, πρώτα απ’ όλα, γινόταν κατανοητός από τους συνομηλίκους του. Κι αυτό έχει σημασία.
Αλλά και μελωδίες ωραίες έγραφε ο Παντελίδης, ενώ είχε άποψη για το πώς θα ακούγονταν τα τραγούδια του, με λιγότερο ή καθόλου μπουζούκι, και με το βιολί, το κλαρίνο, τα πνευστά και τις κιθάρες, να καταλαμβάνουν όλο και περισσότερα μέτρα στις ενοργανώσεις του.
Ο πρόωρος χαμός αυτού του ανθρώπου –και είμαι πεπεισμένος γι’ αυτό που θα πω– στέρησε το λαϊκό τραγούδι από το μεγαλύτερο ταλέντο του εδώ και δεκαετίες (δύο τουλάχιστον). Ο άνθρωπος, που έκανε τραγούδι τον ίδιο το θάνατό του, δεν μπορεί παρά να έβλεπε πολύ μπροστά… Και υπό αυτή την έννοια όσοι αγαπάμε το λαϊκό νοιώθουμε χαμένοι διπλά και τρίδιπλα.
 

Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

ΠΡΩΤΟΣ ΟΡΟΦΟΣ η 9η avant / πειραματική / ηλεκτρονική συλλογή

Να υπενθυμίσουμε πως ο Πρώτος Όροφος είναι μια καλλιτεχνική ομάδα από τη Θεσσαλονίκη, που διοργανώνει συναυλίες με ονόματα από τον χώρο της avant και πειραματικής ηλεκτρονικής. Η ομάδα ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2008 οργανώνοντας τα πρώτα live στον χώρο ενός γραφείου επί της οδού Ολυμπίου Διαμαντή (στη Θεσσαλονίκη). Σε ανάμνηση αυτών των γεγονότων ο Πρώτος Όροφος κυκλοφορεί, κάθε χρόνο, ένα CD-συλλογή με τους μουσικούς που εμφανίστηκαν στις εκδηλώσεις του την προηγούμενη χρονιά. Έως σήμερα έχουν τυπωθεί οκτώ τέτοιες συλλογές, για τις περισσότερες από τις οποίες έχουμε γράψει είτε εδώ στο δισκορυχείον είτε στο lifo.gr (γκουκλάρει όποιος θέλει τα σχετικά και βρίσκει). Τώρα, θα πούμε λίγα λόγια για το νούμερο «9», το πιο πρόσφατο CD του Πρώτου Ορόφου, που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο Δεκέμβριο σε 200 αντίτυπα. Περιλαμβάνει, δε, ηχογραφήσεις που συνέβησαν στον Πρώτο Όροφο από τον Δεκέμβριο του 2016, έως τον Μάιο του 2017.
Το άλμπουμ ξεκινά με το “Human geometry” των/του Mytrip από τη Βουλγαρία. Το κομμάτι έχει ambient χαρακτηριστικά (που θα το έφερναν κοντά ακόμη και στο kraut), drone στο βάθος και μια προοδευτική αύξηση της έντασής του πριν το κάπως βιαστικό κλείσιμο (εννοώ πως αυτού του τύπου τα tracks, μπορεί να τραβάνε μέχρι το άπειρο).
Το “Bitter mouth” του Kostadis (Ελλάδα) κολλάει σαν συνέχεια του προηγουμένου, αν και σαν άκουσμα είναι πιο ελεύθερο και περιπετειώδες. Drone και εδώ, αλλά και πολλά breaks διαφόρων τύπων, πάνω σ’ έναν κύριο, αλλά διαρκώς μεταβαλλόμενο καμβά.
Το «Χωρίς τίτλο» των Ξέρα έχει διάρκεια μόλις 1:12 και είναι ένα noisy hard core, που τελειώνει πριν καν αρχίσει.
Ακολουθεί το «Με σορτς ή χωρίς, έλα» των Τσόκολς, που είναι ένα κολάζ ήχων μουσικών ή μη στην αρχή, σε σειρά με μιαν αφήγηση σχετική με το «Κουρδιστό πορτοκάλι» (δεν τα λέει και άσχημα!) και σε σειρά μ’ ένα ηλεκτρονικό ρέκβιεμ, να το πούμε, με στοιχεία ηλεκτροστατικά από τη μέση και μετά.
Το 6λεπτο “Retorno” των Hexorcismos & May Roosevelt είναι ένα υποβλητικό electronic-drone track, με αργό και κάπως ιεροτελεστικό τέμπο, στο οποίο παρεισφρέουν αντιστικτικά techno γεμίσματα, «φωνές» και άλλα τινά εφφέ.
Στο “How soon” του Totsouko (Έλληνας είναι) υπάρχει μια trip-hop συνταγή, που διαμορφώνεται καταλλήλως, ορίζοντας ένα κάπως… μπλέιντ-ρανικό περιβάλλον.
Όπως διαβάζω στο discogs οι Millions of Dead Tourists είναι μιαcollaboration between Iason (PS Stamps Back, 1000+1 Tilt), Sotiris (Ksera) & Yiannis (Ksera). 2 basses, negativism, analog synths, spreading of despair, electronics. 3 people, lots of buttons. Στο “Tardigrade” οι Millions of Dead Tourists δίνουν ένα φουτουριστικό 5λεπτο σάουντρακ, με σκοτεινά nineties (κυρίως) ηλεκτρονικά χαρακτηριστικά.
Dead Gum είναι ο Παναγιώτης Σπούλος, που έχει κυκλοφορήσει κάμποσα CD-R στη Phase! από το 2009. Το “Velvet goldyours” είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα tracks του CD, ένα βαρύ και απροσπέλαστο κομμάτι, που θα μπορούσε να θυμίζει σάουντρακ του Bobby Beausoleil για ταινία του Kenneth Anger.
Το “Let the moon” των F.F.M.A.D. (από πού προέρχονται δεν γνωρίζω) είναι το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι του CD, αφού αγγίζει τα εννέα λεπτά. Βασικά έχουμε να κάνουμε μ’ ένα synth-rock, που, παρότι τραβάει σε μάκρος, δε χάνει πουθενά το ενδιαφέρον του. Πολύ καλό.
Προτελευταίο κομμάτι τής συλλογής το 7λεπτο “G.O.D. (Gods of Death)” των Skållhal (είναι ο Adam_is). Εδώ προάγεται ένα noisy, ερμητικά κλειστό ηχητικώς και με αυξανόμενη ένταση περιβάλλον, που «πέφτει» κάπως μόνο λίγο πριν το τέλος. Τυπικό, θα το χαρακτήριζα, για το είδος του.
Το CD θα ολοκληρωθεί με το επίσης 7λεπτο “Asonia” των Epavlis Pavlakis & Νικόλα Μαλεβίτση, που αναπτύσσεται με λογικές κολάζ και concrète, κινούμενο σε μια κλασική seventies φόρμα.
Πολύ υλικό, που δείχνει συνάμα και τις ποικίλες διαστάσεις της σημερινής πειραματικής-ηλεκτρονικής (ελληνικής) σκηνής.
Επαφή: www.protosorofos.gr

Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

THIEFS street-jazz από τη Νέα Υόρκη

Από τη Νέα Υόρκη είναι οι Thiefs, οι οποίοι εμφανίστηκαν το 2013 μ’ ένα φερώνυμο CD τους εξερευνώντας, τότε, σχέσεις ανάμεσα στην improv-jazz και τα ηλεκτρονικά.
Μέλη, εκείνη την εποχή, των Thiefs ήταν οι: Guillermo E. Brown ντραμς, φωνή, ηλεκτρονικά, Christophe Panzani σαξόφωνα, ηλεκτρονικά και Keith Witty μπάσο, ηλεκτρονικά. Σήμερα, τέσσερα-πέντε χρόνια αργότερα, το γκρουπ έχει αλλάξει line-up, αφού τη θέση του Guillermo E. Brown (που είναι, πάντως, στην ομάδα των guests) έχει καταλάβει ο David Frazier Jr., ενώ αλλαγή υπάρχει και στην ηχητική κατεύθυνση του γκρουπ, αφού στο πιο πρόσφατο άλμπουμ τους, το Graft [La greffe]” [The Drops Music / Jazz and People, 2017], εκείνο που κυριαρχεί είναι το ραπάρισμα και το spoken word.
Με δυνατή ομάδα φιλοξενούμενων (Aaron Parks πιάνο, πλήκτρα, Mike Ladd, Gaël Faye, Guillermo E. Brown, Grey Santiago και Edgar Sekloka φωνητικά) οι Thiefs φτιάχνουν ένα τυπικό στην απόδοσή του νεοϋορκέζικο street άλμπουμ, μια μουσικο-ποιητική πραγματεία γύρω από τις έννοιες της ταυτότητας και της μετανάστευσης.
Πέραν του στιχουργικού δεδομένου, που είναι αυτό που είναι, υπάρχει και η μουσική… και αυτή από τη μεριά της είναι πολύ ενδιαφέρουσα, στην παράδοση των άλμπουμ του Guru Jazzmatazz κτλ., δίχως όμως τη δική του προσωδία. Υπάρχουν, μάλιστα, και κομμάτια που ξεχωρίζουν, όπως το “I live in fear”, που εμφανίζει μια ωραία πολυρυθμία, το “Fields”, που ροκάρει ακαταπαύστως, το “Pas dici”, που ακούγεται σε τρεις παραλλαγές, όλες ενδιαφέρουσες και με πολλά αυτοσχεδιαστικά στοιχεία στην εξέλιξή τους και ακόμη το “IWBAH”, ένα blues με ωραία πνευστά από τον Panzani, που με τα διαβρωτικά ηλεκτρονικά και με τα γεμίσματα από τα ντραμς μετατρέπεται σ’ ένα επικό κομμάτι.
Ωραίο άλμπουμ, με πολλές ιδιαιτερότητες και με δυναμική συνισταμένη.
Επαφή: www.wethiefs.com

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

MIKΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ FACEBOOK 79

15/2/2018
Τα παλιά χρόνια, αυτά που έζησα εγώ δηλαδή, μέσα στη ζούρλα της Αποκριάς σκάγανε και οι Γύφτοι με τις αρκούδες ή τις μαϊμούδες, που τις βάζανε να χορεύουν… και μετά, γυρίζοντας ανάποδα το ντέφι, μαζεύανε τα φραγκοδίδραγκα.
Επειδή στα κέντρα των πόλεων τους την ψιλοέπεφτε η αστυνομία, μαζεύονταν στις πλαϊνές γειτονιές, στις άκρες των πόλεων, κι εκεί γινόταν το σώσε από την πιτσιρικαρία…
Τώρα, άμα βγεις με αρκούδα στο δρόμο, Γύφτος ή όχι, ψαρεύοντας τάλιρα δε γλιτώνεις. Πας φυλακή. Θα σου την πέσουνε από την… ΑΑΔΕ, μέχρι τον Αρκτούρο του Μπουτάρη.

14/2/2018
>>Η Γιώτα Γιάννα μπορεί να αυτοαποκαλείται «ροκ», αν όμως πάρουμε τοις μετρητοίς τα λόγια της («ό,τι δεν ήθελα να το κάνω, δεν το ’κανα, αντιστάθηκα, είμαι ροκ») νομίζω πως στο τέλος θα πετάξουμε στα σκουπίδια όλους τους ροκάδες (Lennon, Jagger και τα τοιαύτα…) που ηχογραφούσαν, οι... συμβιβασμένοι, για τις άτιμες τις πολυεθνικές, για ν’ ακούμε μόνον… Shaggs, Κουκουτάρα και Γιώτα Γιάννα. Δεν χρειάζεται να πω πως η Γιάννα είναι μία λαϊκή τραγουδίστρια (προσωπικώς δεν μου αρέσει ο σύγχρονος τρόπος της), που δεν έχει ουδεμία σχέση με το rock ή το blues, ασχέτως του πώς εμφανίζεται (ή πώς την παρουσιάζουν διάφοροι δημοσιογράφοι) τον τελευταίο καιρό<<.
Αυτά τα λόγια, που τα είχα γράψει πριν 4 χρόνια στο δισκορυχείον (Σάββατο, 4 Ιανουαρίου 2014), τα θυμήθηκα τώρα με το ντόρο που έγινε με τη Γιώτα Γιάννα (τραγούδησε λέει στον τηλεοπτικό ταβερνιάρη Παπαδόπουλο, δίπλα στην Πάολα κι έγινε χαμός – άλλοι την πήραν με τις πέτρες, άλλοι την αποθέωσαν κ.λπ.).  
Εμένα η Γιάννα ποτέ δε μου άρεσε, ούτε όταν τραγουδούσε νέα (φρόντισα να την ακούσω από δισκάκια), ούτε φυσικά τώρα που είναι γριά και απλώς «σκοτώνει» ό,τι λέει (αυτή είναι η γνώμη μου και δεν υπάρχει λόγος να την συμμεριστεί κανείς – αν και όλο και κάποιοι, πιθανώς, θα βρεθούν που θα συμφωνήσουν).  
Πέραν αυτού, τώρα, είναι εκνευριστικό ν’ ακούς από τους άσχετους να αποκαλούνε τη Γιάννα… ροκ, μπλουζ, αντεργκράουντ(!), «Πασιονάρια» λέει την είχε πει ο Χατζιδάκις (αλλά αντ’ άλλων –τι, πολέμησε το φασισμό η Γιώτα Γιάννα, μήπως ήταν στο ΚΚΕ;– πώς και γιατί «Πασιονάρια» λοιπόν, μπορεί να μας το εξηγήσει κάποιος απ’ αυτούς που το επαναλαμβάνουν;), «Ελληνίδα Τζάνις Τζόπλιν» κι άλλες τέτοιες παπαριές…  
Συνέλθετε ρε αστοιχείωτοι και αστοιχείωτες, δε βαρεθήκατε ακόμη;

13/2/2018
Άκου... αεροδρόμιο «Νίκος Γκάλης»! Κρίμα που είσαι και Θεσσαλονικιός ρε Μπουτάρη. Όλο μ@λ@κίες. Όταν υπάρχει Γιώργος Κούδας, ο Γκάλης είναι στην πόρτα και κόβει εισιτήρια…

12/2/2018 
Ο κόσμος έχει μπερδευτεί μ’ αυτά που διαβάζει και ακούει. 
Στο ψιλικατζίδικο ένας γέροντας έλεγε του ψιλικατζή πως ο Αντώναρος έβαλε τα γκαζάκια στο μαγαζί της Μαρέβας και πως γι’ αυτό τον διέγραψε ο Μητσοτάκης! Ο ψιλικατζής, που μάλλον δεν είχε πάρει χαμπάρι και πολλά (όλη τη μέρα στο ψιλικατζίδικο), δεν ήξερε τι να του πει. Μπήκα κι εγώ στην κουβέντα και τους είπα μια μαλακία… πως η Novartis είναι πίσω από το συλλαλητήριο για το μακεδονικό και πως αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός πως οι περισσότεροι από τους δέκα που αναφέρονται στη δικογραφία ήταν υποστηριχτές του. 
Λες; μου λέει ο γέρος. Γιατί όχι, του λέω… Δεν ξέρεις καμμιά φορά τι γίνεται… Για να τα πάρουμε πάλι από την αρχή… 

12/2/2018 
Οι φαρμακευτικές δεν έχουν ανάγκη όσους είναι ήδη άρρωστοι –αυτούς τους έχουν στο τσεπάκι τους–, αλλά αυτούς που είναι καλά. Κι έτσι μπαίνει σε εφαρμογή το σχέδιο μετατροπής των υγιών σε εν δυνάμει τελειωμένους δια της… ιατρικής τρομοκρατίας. Που τώρα με το ίντερνετ είναι πανεύκολη, διαχέεται πανεύκολα, και με τις δουλειές να πηγαίνουν ρολόι φυσικά, αφού τα διαγνωστικά κέντρα π.χ. πάνε να ξεπεράσουν σε αριθμό ακόμη και τα... σουβλατζίδικα.
«Δέκα επτά ύποπτα συμπτώματα καρκίνου, που μοιάζουν αθώα», «Δέκα σημάδια, που δείχνουν ότι τα νεφρά σας κινδυνεύουν», «Δέκα σημάδια που δείχνουν ότι πάσχετε από σύνδρομο διαρρέοντος εντέρου», «Επτά σημάδια του καρκίνου στον τράχηλο της μήτρας», «Πέντε σημάδια που δείχνουν ότι το συκώτι σας κινδυνεύει», «Πέντε σημάδια ότι ο συνάδελφός σας στη δουλειά είναι ψυχοπαθής», «Καρκίνος του μαστού: τέσσερα σημάδια για τα οποία ακούς σπάνια», «Καρδιακός κίνδυνος: τρία σημάδια που στέλνει το σώμα σας» κ.ο.κ.  
Όποιος δεν ξέρει να μετράει είναι σαν να του λένε πως τη γ@μησε. Θα μετρήσουν οι άλλοι για ’κείνον. Πρώτο νεκροταφείο, δεύτερο, τρίτο και τα λοιπά. 
Ίσα ρε...

AKI RISSANEN πιάνο-τρίο με αναφορές από Ligeti μέχρι Bill Evans και ακόμη παραπέρα

Φινλανδός πιανίστας με ήδη καταγραμμένη ιστορία, ο Aki Rissanen έχει καινούριο άλμπουμ στην Edition (AN Records) που τιτλοφορείται Another North (2017). Πρόκειται για ένα piano-trio LP/CD, στο οποίο ο Rissanen συνεργάζεται με τους Antti Lötjönen κοντραμπάσο και Teppo Mäkynen ντραμς.
Στο “Another North” περιλαμβάνονται επτά συνθέσεις, τέσσερις του Rissanen, μία του Jarmo Savolainen (επίσης φινλανδός πιανίστας με διακριτή καριέρα από τη δεκαετία του ’80), μία του György Ligeti και μία, που ανήκει σε όλα τα μέλη του trio. Οπωσδήποτε το όνομα του Ligeti λέει πολλά, όσον αφορά στις μη-τζαζ αναφορές-επιρροές του Rissanen –κάτι που δεν φαίνεται βεβαίως μόνο στη συγκεκριμένη διασκευή, που έχει έναν αέρα α λα Bill Evans, αλλά στις περισσότερες συνθέσεις, που διαθέτουν ένα συμπαγές contemporary feeling–, όπως πολλά λέει και η προσπάθεια, συγχρόνως του Φινλανδού, να δομήσει ένα CD, που, χωρίς να αποφεύγει ένα περφεξιονιστικό περιτύλιγμα, έχει τον τρόπο να σε παρασύρει με την πηγαία και δυναμική κατεύθυνσή του.
Έτσι, λοιπόν, είναι οι ταχύτητες βασικά, πάνω στις οποίες «πατάνε» οι τρεις οργανοπαίκτες, προκειμένου να παρουσιάσουν μια μουσική, συνθέσεις δηλαδή που να πατάνε γερά στα πόδια τους – δίνοντας έμφαση, ταυτοχρόνως, σε μιαν ιμπρεσιονιστική οπωσδήποτε αποτύπωση, που να μην φείδεται όμως και των περισσότερων λαϊκών καταγωγών. Και τούτο το τελευταίο έχει να κάνει με τις πολύ λεπτές και ορθά τοποθετημένες μη-δυτικές αναφορές, που είναι διάσπαρτες στα tracks του “Another North”. Ίσως, μάλιστα, να το μαρτυρά και ο τίτλος τού άλμπουμ αυτό το τελευταίο. Ένας «άλλος βορράς» δηλαδή, εκεί όπου το nordic κλίμα θα αποτελεί, οπωσδήποτε, μια σεβαστή παράμετρο, δίχως να αποκλείονται έτερα κομβικά σημεία.
Από τις πιο μεστές συνθέσεις του άλμπουμ η 8λεπτη “Nature of the beast” αποδεικνύει, κατά έναν τρόπο, όλα τα παραπάνω.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018

ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ INDIE, ΚΥΡΙΩΣ ΑΠΟ ΤΑ 80s ΚΑΙ ΜΕΤΑ…

Indie ή alternative ή εναλλακτικό. Ροκ ή ό,τι άλλο. Ελληνικό ροκ ή ό,τι άλλο ελληνικό. Το λέμε, επειδή indie, στη γενικότητά του, είναι οτιδήποτε ανεξάρτητο. Μπορεί ροκ, μπορεί και όχι. Και βεβαίως το indie δεν είναι εφεύρεση των 80s, ανεξάρτητα από το πότε καθιερώθηκε να ονομάζεται έτσι.
Η βασικές τρεις λέξεις που καθορίζουν το indie είναι οι… independent record labels. Οι ανεξάρτητες εταιρείες δηλαδή, μέσω των οποίων διοχετεύτηκαν στην αγορά τα σχετικά ακούσματα. Γιατί το indie, στην κυριολεξία του, είναι βασικά αυτό. Η μουσική των ανεξάρτητων εταιρειών – όχι των πολυεθνικών δηλαδή.
Στην Ελλάδα, αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, και αν θέλουμε επίσης το πράγμα να το τραβήξουμε λίγο χρονικά, τότε θα υποστηρίζαμε πως το πρώτο και πιο σημαντικό ανεξάρτητο label που υπήρξε ποτέ στη χώρα ήταν η Lyra. Μια εταιρεία που ξεκίνησε το 1964 και που αναδείχθηκε στα τέλη του ’60 και στις αρχές του ’70 ως το πιο σημαντικό label και για το ελληνικό ροκ (μαζί με το παράλληλο Zodiac). Να υπενθυμίσουμε απλώς και μόνο τις εγγραφές των Διονύση Σαββόπουλου, Γιώργου Ρωμανού, Θανάση Γκαϊφύλλια, Νοστράδαμος, Πελόμα Μποκιού, Δάμων & Φιντίας, Εξαδάκτυλος, Μπουρμπούλια κ.λπ., για να καταδειχθεί το προφανές. Φυσικά, η σκηνή συγκροτείτο γύρω από τους ιστορικούς χώρους Ροντέο και Κύτταρο, ενώ από κοντά βοηθούσαν τα (μέινστριμ) έντυπα της εποχής (όπως το Φαντάζιο π.χ.), κάποια «εναλλακτικά» (όπως ο Κούρος ή η Μουσική Γενιά) και βεβαίως το κρατικό (διάβαζε και χουντικό) ραδιόφωνο και η τηλεόραση. Χοντρικά και όσον αφορά στο ροκ έτσι κύλησε το πράγμα καθ’ όλη τη δεκαετία του ’70 – και το λέμε τούτο έχοντας κατά νου το τι σήμαινε ροκ στην Ελλάδα το 1974-75 και τι στα τέλη της δεκαετίας.
Όταν το ροκ αρχίζει να αποκτά ένα πιο… πληθωρικό πρόσωπο στη χώρα μετά την κυκλοφορία του «Φλου» το 1979 και όταν τα νέα σκιρτήματα του πανκ και του new-wave θ’ αρχίσουν να βρίσκουν έδαφος και στα δικά μας πράγματα (άκου Παρθενογένεσις π.χ.), όλα, σιγά-σιγά, θα πάρουν μια πιο ξεκάθαρη μορφή.
Indie σκηνή δεν σημαίνει φυσικά μόνο συγκροτήματα και εταιρείες, σημαίνει και κλαμπ, αλλά σημαίνει και μέσα επικοινωνίας (που θα υποστηρίξουν τη σκηνή), όπως σημαίνει και κοινό – οι fans δηλαδή, οι θιασώτες που θα στηρίξουν και με την τσέπη και με την καρδιά τους τα συγκροτήματα, τους χώρους, τα έντυπα κ.λπ. Αν όλα αυτά δεν λειτουργούν όπως πρέπει, τότε υπάρχει ζόρι. Η σκηνή μένει κολλημένη και το πράγμα ξεφουσκώνει, πριν πάρει τα πάνω του. Το έχουμε δει πολλές φορές και αυτό το σενάριο να γίνεται πραγματικότητα στην Ελλάδα.
Η δεκαετία του ’80, κακά τα ψέματα, υπήρξε η μήτρα του indie (με το πιο σύγχρονο προσωπείο του) στην Ελλάδα. Και γιατί το πράγμα άρχισε από ένα σημείο και μετά να πηγαίνει, ξανά, κάπως παράλληλα με ό,τι συνέβαινε έξω, και γιατί είχε ανοίξει πλέον η αγορά (και άρα το κοινό) και συνεπώς με κάποια λίγα φράγκα θα μπορούσε να στηθούν εταιρείες, χώροι, έντυπα κ.λπ. Προβλήματα, ώστε να… βλαστήσουν οι νέοι ή οι λιγότερο νέοι ήχοι (new-wave, punk, garage, νεοψυχεδέλεια κ.λπ.), πάντα υπήρχαν (και λογικό από μιαν άποψη), καθώς στη χώρα είχαν βαθιές ρίζες το λαϊκό τραγούδι (με… πύραυλο την τότε ρεμπετοαναβίωση), το «έντεχνο» κ.λπ., αλλά προσπάθειες γίνανε. Το λέμε, καθώς είδη με τεράστια κοινωνική βάση, όπως τα προηγούμενα, οπωσδήποτε… έκλεβαν πελατεία. Γιατί, δηλαδή, ένας 20χρονος το ’83 θα έπρεπε ν’ ακούει Metro Decay και Reporters και όχι Στράτο Διονυσίου ή Αθηναϊκή Κομπανία; Αυτό είναι ένα ερώτημα, που ποτέ, στην Ελλάδα, δεν απαντήθηκε πλήρως. Και ούτε πρόκειται ν’ απαντηθεί…
Με την αυγή της δεκαετίας του ’80 αρχίζουν να πολλαπλασιάζονται τα συγκροτήματα με κάποια απ’ αυτά να βρίσκουν χώρο στις άρτι δημιουργημένες σκηνές (Σοφίτα, Skylamb, Αρετούσα…), άλλα να καταφέρνουν να παίξουν σαπόρτ σε live «ονομάτων» του εξωτερικού και άλλα να χτυπάνε με αξιώσεις την πόρτα της δισκογραφίας. Μερικές φορές είναι τόσο μπερδεμένα τα πράγματα, ώστε δεν βγάζεις άκρη. Οι Sharp Ties, το κορυφαίο ελληνικό συγκρότημα των αρχών της δεκαετίας και από κοντά οι Scraptown (αμφότερα με ήχο σύγχρονο και όχι με sixties-seventies αναφορές) ηχογραφούν για πολυεθνικές (EMI-Columbia, CBS) και άρα δεν εμπίπτουν στην κατηγορία… indie (των Happening, Creep, CVR, Enigma λίγο αργότερα…). Φαιδρότητες. Αντιθέτως διάφορα μέτρια συγκροτήματα σκάνε μύτη στα πρώτα ανεξάρτητα labels της εποχής και σήμερα όχι απλώς θεωρούνται indie, αλλά και γιορτάζεται πανηγυρικά η 30ετία ή η 35ετία τους (πια).
Τέλος πάντων κάπως έτσι έχουν τα πράγματα στα πρώτα χρόνια του ’80, καθώς το εγχώριο indie προσπαθεί να επιβιώσει και μέσω των λίγων παρουσιών του κυρίως στο κρατικό ραδιόφωνο (Αργύρης Ζήλος) και στα μουσικά έντυπα της εποχής (Μουσικό Εξπρές, Ποπ + Ροκ, Μουσική, Ήχος & Hi-Fi, Το Στοιχειωμένο Τραίνο…).
Στα μέσα της δεκαετίας και προς το τέλος της, στο δεύτερο μισό της δηλαδή, το πράγμα θεριεύει περισσότερο και τούτο έχει να κάνει με πολλά. Και με τα πολιτικοκοινωνικά της εποχής. Η σκηνή ριζοσπαστικοποιείται ακόμη περισσότερο, το εγχώριο πανκ βρίσκεται στην καλύτερη στιγμή του (με Γενιά του Χάους, Stress, Panx Romana κ.λπ.), η Creep στα τελειώματά της δίνει μερικά πραγματικά καλά άλμπουμ, όπως το “Men of Clay” των Villa 21, σκάνε η Ano Kato, η Hitch-Hyke, το Δικαίωμα Διάβασης, η Lazy Dog, η Wipe Out και η Pegasus, υπάρχει ο Πήγασος, το Κύτταρο, το Madd κ.λπ., λειτουργεί πάντα η κασέτα (για κάτι πιο άμεσο), ξεκινάει η λεγόμενη Ελεύθερη Ραδιοφωνία και βεβαίως αρχίζουν να σκάνε τα φάνζιν το ένα μετά το άλλο (Rollin Under, Psychagogos, Στις Σκιές του Β-23, Merlins Music Box…), δίνοντας κι άλλο «σπρώξιμο» στη σκηνή. Έτσι, κι όπως εγώ το έζησα το πράγμα, καλύτερη και πιο μεστή περίοδος στην Ελλάδα, για το indie, από τα τέλη του ’80 δεν υπήρξε.
Η δεκαετία του ’90 στην αρχή της έχει την ορμή από τα eighties (δες π.χ. τις κυκλοφορίες της Fifth Dimension), όμως το πράγμα  σιγά-σιγά αρχίζει να βαραίνει. Αλλάζει και η μουσική – και το ροκ μαζί της, καθώς αποκτά πιο σκληρά και πιο σκοτεινά χαρακτηριστικά (δες τους τελευταίους για τότε δίσκους των Last Drive ή των Villa 21).
Φυσικά, μια ολόκληρη δεκαετία, όπως τα nineties που έχει μέσα τα πάντα (από τα φάνζιν στο χέρι και τα ποικίλα DIY, μέχρι το internet στα πρώτα του βήματα) δεν μπορεί να περιγραφεί με μια λέξη – αν και… λίγες λέξεις θα μπορούσε να δώσουν μια γενική κατεύθυνση. Χοντρικά, λοιπόν, θα λέγαμε πως το indie στα nineties αποκτά στην Ελλάδα πιο εμπορικά χαρακτηριστικά, και παύει ουσιαστικά να είναι indie στις κυρίαρχες γραμμές του. Οι μεγάλες εταιρείες βλέπουν τη δύναμη του ροκ (ελληνόφωνου ή αγγλόφωνου) και αφού μετεγγράφουν συγκροτήματα από τα ανεξάρτητα labels μαζεύουν στην πορεία όλο το χαρτί (οι Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά στην Virgin, οι Magic De Spell στη WEA, οι Last Drive στην BMG Ariola…). Παρά ταύτα όσοι προβιβάστηκαν στα major labels έμελλε να… αντικατασταθούν από άλλους, που ερχόντουσαν από κάτω και που αντιπροσώπευαν πια το νέο indie. Κατ’ εμέ η κορυφαία σκηνή της εποχής, που πέρασε μάλλον απαρατήρητη, ήταν εκείνη η ποπ τής This Happy Feeling (Next Time Passions, One Night Suzan, The Crooner, Kissamatic Lovebubbles) καθώς και ό,τι αντιπροσώπευαν τα σχήματα μιας συλλογής που είχε μοιραστεί με το περιοδικό Voice (πέραν των γκρουπ τής This Happy Feeling και Raining Pleasure, Ding an Sich, Pillow, The Wise, The Ophelias Garden κ.λπ.). Να μην ξεχάσουμε, όμως, τους Closer, τα Διάφανα Κρίνα και βεβαίως τους Στέρεο Νόβα, που παρέμειναν «ανεξάρτητοι» καθ’ όλα τα nineties. Για χώρους θα μιλήσουμε για το Ρόδον στην Αθήνα και για τον Μύλο στη Θεσσαλονίκη, ενώ το ιδιωτικό πλέον ραδιόφωνο (ερασιτεχνικό ή όχι) βοηθάει κι εκείνο όσο γίνεται.
Ο ερχομός των 00s φέρνει σιγά-σιγά και την εδραίωση του internet. Βασικά, το πράγμα αρχίζει να δείχνει πρόσωπο μετά το 2005, όταν στο χορό μπαίνει η πατρινή εταιρεία Inner Ear, η Puzzlemusik (βασικά με τις εγγραφές του Socos) και ορισμένες ακόμη (π.χ. η Archangel Music με τη Monika). Και σ’ αυτή τη φάση τα major labels ενσωματώνουν κορυφές του indie, όπως τους Κόρε.Ύδρο με τη «Φτηνή Ποπ για την Ελίτ» [EMI/Capitol, 2006] ή με το “Closer” [ΕΜΙ, 2006] των Closer, με το διαδίκτυο και τις διάφορες πλατφόρμες του (mySpace στην αρχή, soundcloud και bandcamp στη συνέχεια…) να αποτελούν στην πορεία «τόπους συνάντησης» μουσικών τε και μουσικών.
Αν τα nineties τα ξεχειλώσουμε μέχρι τα μέσα των 00s, τότε από ’κει και κάτω, και μέχρι σήμερα, ας ονομάσουμε αυτή την περίοδο “10s”. Τα τελευταία 10 χρόνια δηλαδή δεν παρατηρούνται πολύ σημαντικές αλλαγές στο χώρο.
Αν κάτι παίζει, που να μπορεί να διαφοροποιήσει τα πράγματα στο μέλλον αυτό είναι το λεγόμενο «βαθύ ίντερνετ» και το πόσο θα μπορέσει να αποτελέσει φυτώριο (αν μπορέσει) ενός νέου (ψηφιακού) αυτή τη φορά underground, μέσα στο οποίο η μουσική θα έχει μια πιο ξεκάθαρη πολιτικοκοινωνική διάσταση. Φυσικά, εδώ ελλοχεύουν άλλου είδους κίνδυνοι –εκείνοι που ελλοχεύουν δηλαδή και στην κανονική ζωή, με τη διάβρωση από τα μέσα κ.λπ.–, αλλά, και σε κάθε περίπτωση, μια τέτοια εξέλιξη ίσως ν’ αποτελέσει εφαλτήριο για μια συνολική αλλαγή του χάρτη.
Θα το δούμε… Αν το δούμε…

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό SONIK «4 Δεκαετίες Indie [1976-2017]», τεύχος Αυγούστου 2017